Η SpaceX έκανε ντεμπούτο στο Nasdaq σήμερα, Παρασκευή (12/06), με τη μεγαλύτερη εισαγωγή στην ιστορία, όμως αναλυτές προειδοποιούν ότι η υψηλή αποτίμηση, τα ασθενή δικαιώματα μετόχων και οι αυξανόμενες ζημιές εκθέτουν τους μικροεπενδυτές.

Η εταιρεία πυραύλων του Ίλον Μασκ άρχισε να διαπραγματεύεται την Παρασκευή στο Nasdaq με σύμβολο SPCX, σύμφωνα με το euronews.

Η εταιρεία τιμολόγησε τις μετοχές της στα 135 δολάρια η καθεμία, αντλώντας 75 δισ. δολάρια (64,5 δισ. ευρώ) και αποτιμώντας την επιχείρηση στα 1,75 τρισ. δολάρια (1,5 τρισ. ευρώ), στη μεγαλύτερη εισαγωγή μετοχών στην ιστορία των χρηματιστηρίων.

Η συμφωνία ξεπερνά με άνεση το προηγούμενο ρεκόρ των 29,4 δισ. δολαρίων της Saudi Aramco, που είχε σημειωθεί το 2019 και αυξήθηκε αργότερα μέσω δικαιώματος υπερκάλυψης.

Η SpaceX έκανε μια ασυνήθιστα δυναμική προσπάθεια να προσελκύσει ιδιώτες επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων και αυτών στην Ευρώπη. Σύμφωνα με το Bloomberg, ιδιώτες επενδυτές υπέβαλαν εντολές αξίας περίπου 100 δισ. δολαρίων (86,6 δισ. ευρώ) μέσω πλατφορμών συναλλαγών όπως οι Robinhood, Fidelity και SoFi κατά τη διαδικασία της δημόσιας προσφοράς.

Η ζήτηση αυτή και μόνο ξεπέρασε τον στόχο άντλησης 75 δισ. δολαρίων (64,5 δισ. ευρώ) της εταιρείας, υπογραμμίζοντας το επίπεδο ενδιαφέροντος από μικρότερους επενδυτές ενόψει της πρεμιέρας της στο χρηματιστήριο.

Ο πλουσιότερος των πλουσιότερων

Παράλληλα, ο Ίλον Μασκ έγινε πλέον ο πρώτος και μοναδικός τρισεκατομμυριούχος στον κόσμο ή «ο πλουσιότερος των πλουσιότερων».

Ο Μασκ, 54 ετών, γεννήθηκε στην Πρετόρια της Νότιας Αφρικής από Καναδή μητέρα και Νοτιοαφρικανό πατέρα. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια και αποφοίτησε το 1997.

Ανέλαβε τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της Tesla το 2008, πιστεύοντας ότι τα ηλεκτρικά οχήματα μπορούν να συνδυάσουν υψηλές επιδόσεις με λειτουργίες που βασίζονται στο λογισμικό, συμβάλλοντας στον επαναπροσδιορισμό της παγκόσμιας αυτοκινητοβιομηχανίας. Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η επιτυχία της Tesla και η χρηματιστηριακή της αξία που ξεπέρασε το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια ώθησαν τις παραδοσιακές αυτοκινητοβιομηχανίες να στραφούν στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα.

Πολλοί επενδυτές στοιχηματίζουν ότι θα επαναλάβει αυτή την επιτυχία στο διάστημα και στην τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, η SpaceX εξακολουθεί να απαιτεί τεράστια κεφάλαια και μεγάλο μέρος της αποτίμησής της βασίζεται σε τεχνολογίες που μπορεί να χρειαστούν χρόνια ή και δεκαετίες για να γίνουν εμπορικά βιώσιμες.

Πέρα από την Tesla και τη SpaceX, ο Μασκ έχει συνιδρύσει άλλες πέντε εταιρείες, συμπεριλαμβανομένης της The Boring Company και της Neuralink.

Ως διευθύνων σύμβουλος της Tesla, έχει προκαλέσει εξίσου έντονους επαίνους και επικρίσεις. Του αποδίδεται η μετατροπή της Tesla στην πολυτιμότερη αυτοκινητοβιομηχανία του κόσμου. Στελέχη παραδοσιακών εταιρειών αυτοκινήτων είχαν για χρόνια υποτιμήσει την απειλή, αμφιβάλλοντας ότι μια νεοφυής επιχείρηση θα μπορούσε να παράγει μαζικά ηλεκτρικά οχήματα με κερδοφορία.

«Ανανέωσε τον παγκόσμιο σεβασμό για την αμερικανική ευρηματικότητα στην αυτοκινητοβιομηχανία», δήλωσε ο Μπομπ Λουτς, πρώην αντιπρόεδρος της General Motors.

Την ίδια στιγμή, η Tesla έχει βρεθεί αντιμέτωπη με νομικές προκλήσεις και ανησυχίες μετόχων που συνδέονται με τον χαρισματικό αλλά αμφιλεγόμενο CEO της, ιδιαίτερα σχετικά με το πακέτο αποδοχών του 2018, το οποίο κάποτε αποτιμήθηκε στα 56 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η επιρροή του Μασκ έχει γίνει τόσο διάχυτη ώστε παρατηρητές της αγοράς έχουν ονομάσει το δίκτυο επιχειρήσεων γύρω του «Muskonomy».

Το φαινόμενο αυτό έχει οδηγήσει στη δημιουργία αυτού που ορισμένοι επενδυτές αποκαλούν «Elon premium» — μια πρόσθετη αποτίμηση που βασίζεται τόσο στην πίστη στο όραμα του Μασκ όσο και στα παραδοσιακά οικονομικά μεγέθη.

«Όπως και η Tesla, η SpaceX είναι ένα στοίχημα στον Ίλον Μασκ», δήλωσε ο Ματ Κένεντι της Renaissance Capital.

«Μια χρηματιστηριακή αξία 1,5 έως 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων θα ανέτρεπε κάθε παραδοσιακή μέθοδο αποτίμησης και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μόνο ως το “premium του Ίλον Μασκ”.»

Συμμαχία με Τραμπ

Η συγκέντρωση τόσο μεγάλης επιρροής γύρω από έναν μόνο επιχειρηματία έχει ενισχύσει τις ανησυχίες σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση, τις συγκρούσεις συμφερόντων και τους κινδύνους που συνεπάγεται η υπερβολική εξάρτηση μιας εταιρείας από ένα μόνο άτομο, σχολιάζει το Reuters.

Με τα χρόνια, ο Μασκ έχει μετατρέψει τις συγκρούσεις του με ρυθμιστικές αρχές, δισεκατομμυριούχους, επενδυτές που ποντάρουν στην πτώση μετοχών, δημοσιογράφους και μέσα ενημέρωσης σε επαναλαμβανόμενες δημόσιες αντιπαραθέσεις που συχνά εκτυλίσσονται στα κοινωνικά δίκτυα.

Η συμμαχία του με τον Τραμπ ακολούθησε ένα παρόμοιο μοτίβο. Αφού συνέβαλε οικονομικά στην επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο και υπηρέτησε ως ανώτερος σύμβουλος μέσω της πρωτοβουλίας DOGE, ο Μασκ έγινε ένας από τους στενότερους εταιρικούς συμμάχους του προέδρου.

Η σχέση αυτή αργότερα διαταράχθηκε λόγω διαφωνιών σχετικά με πολιτικές και δημόσιες δαπάνες, οδηγώντας σε δημόσια αντιπαράθεση. Παρότι οι δύο άνδρες έχουν έκτοτε υιοθετήσει πιο συμφιλιωτικό τόνο, η ρήξη τους ανέδειξε τα ολοένα πιο θολά όρια μεταξύ της επιχειρηματικής αυτοκρατορίας του Μασκ και των πολιτικών του φιλοδοξιών.

Παρ’ όλα αυτά, για πολλούς επενδυτές οι ανησυχίες σχετικά με τη συχνά αντισυμβατική συμπεριφορά του επισκιάζονται από το ιστορικό του στην υλοποίηση φιλόδοξων ιδεών που εξελίχθηκαν σε μερικές από τις πολυτιμότερες εταιρείες στον κόσμο.

«Ο Ίλον είναι ο Έντισον της εποχής μας», δήλωσε πρόσφατα ο διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan Chase, Τζέιμι Ντάιμον.

Ο τραπεζίτης, που στο παρελθόν ήταν αντίπαλος του Μασκ σε μια μακρά δικαστική διαμάχη, έχει έκτοτε γίνει θαυμαστής του. Ο Ντάιμον δήλωσε πέρυσι στο CNBC ότι οι δυο τους «τα βρήκαν» και χαρακτήρισε τον Μασκ «τον δικό μας Αϊνστάιν».