Κάποιος έπρεπε να το πει. Η Ελλάδα μπήκε επίσημα σε προεκλογική περίοδο, έναν ολόκληρο χρόνο πριν από τις εκλογές.

  • του Θανάση Παπαμιχαήλ, Επικοινωνιολόγος-Συγγραφέας Οδηγών Πολιτικής Αυτοβελτίωσης

Και ενώ τα κόμματα στήνουν πανηγύρια, μετράνε δημοσκοπήσεις και ξεσκονίζουν τα παλιά τους πανό, κανείς δεν μοιάζει να αναρωτιέται το
ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;

Η πρώιμη εκκίνηση της κυβερνητικής παράταξης ήταν είτε τολμηρή κίνηση είτε στρατηγικό λάθος. Είτε εσκεμμένη τακτική είτε επικοινωνιακό αυτογκόλ,
το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο. Ξύπνησε ταυτόχρονα όλη την αντιπολίτευση. Κάθε κόμμα, από τα μεγάλα ως τα λεγόμενα μικρά, βγήκαν στο προσκήνιο με παροχές, υποσχέσεις και καταδίκη του κυβερνητικού έργου.

Ξαφνικά, όλοι έχουν λύσεις. Όλοι έχουν σχέδιο. Και εννοείται όλοι θα βγουν πρώτοι. Και κάποιοι με αυτοδυναμία!

Σε μια κούρσα όπου όλοι κερδίζουν, δεν κερδίζει κανείς. Αλλά χάνει κάποιος. Και αυτός είναι πάντα ο ίδιος. Είναι ο πολίτης.

Δώδεκα μήνες προεκλογικής έκρηξης σημαίνουν δώδεκα μήνες υπεροχής του λαϊκισμού έναντι της λογικής. Πληθωρισμός υποσχέσεων και παροχολογίας.
Κάθε εβδομάδα ένα νέο κοινωνικο-οικονομικό πακέτο μέτρων. Κάθε δεκαπενθήμερο και μια νέα ιστορική ανακοίνωση-συμβόλαιο με τον λαό!

Ο ψηφοφόρος θα κουραστεί. Παύει, από ένα σημείο και μετά να ακούει. Και στο τέλος, κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα. Κάθεται στον καναπέ. Αυτός ο πληθωρισμός υποσχέσεων δεν είναι αθώος. Έχει κόστος. Και το κόστος είναι συγκεκριμένο.

Μια κυβέρνηση που μπαίνει σε προεκλογικό ρυθμό δώδεκα μήνες νωρίτερα, παύει να κυβερνά. Οι αποφάσεις αναβάλλονται, οι επενδύσεις παγώνουν, τα μεγάλα έργα μπαίνουν σε τροχιά αβεβαιότητας οι υπουργοί “κατεβάζουν” τα μολύβια και τρέχουν στις περιφέρειές τους για σταυρούς.

Ο επιχειρηματίας που σχεδιάζει επέκταση, ο ξένος επενδυτής που κοιτάζει την Ελλάδα, ο δανειστής που αξιολογεί σταθερότητα, όλοι βλέπουν το ίδιο πράγμα. Μια χώρα που έχει αναστείλει τη λειτουργία της. Και οι αγορές δεν έχουν υπομονή. Το ερώτημα που κανείς δεν θέτει είναι το περιβόητο κόστος.

Ποιο είναι το οικονομικό κόστος ενός χρόνου προεκλογικής παράλυσης για μια χώρα που μόλις βγήκε από δεκαετία μνημονίων;

Ποιο είναι το κόστος της αβεβαιότητας για το επενδυτικό κλίμα;

Ποιο είναι το κόστος της παροχολογίας για τα δημόσια οικονομικά;

Κανένα κόμμα δεν απαντά επίσημα. Γιατί δεν το ρωτά κανείς,επίσημα. Και γιατί η απάντηση δεν κερδίζει ψήφους.

Η πολιτική είναι τέχνη μόνο που η οικονομία είναι πραγματικότητα. Τα κόμματα μπορούν να παίζουν το παιχνίδι τους. Να μετράνε δημοσκοπήσεις, να κατεβάζουν ψηφοδέλτια, να χτίζουν αφηγήματα. Αυτό είναι η πολιτική και κανείς δεν τους το απαγορεύει. Αλλά η οικονομία δεν ψηφίζει. Δεν αναμένει. Δεν συγχωρεί. Και όταν η χώρα βουλιάξει μέσα σε έναν χρόνο προεκλογικής φιέστας, η επόμενη κυβέρνηση όποια κι αν είναι, θα κληρονομήσει όχι μόνο την εξουσία, αλλά και τον λογαριασμό.

Αυτόν τον λογαριασμό δεν τον πληρώνουν τα κόμματα. Τον πληρώνουμε, για άλλη μια φορά, Εμείς!