«Η εξουσία διαφθείρει, και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα». Η ρήση του Άγγλου ιστορικού Λόρδου Άκτον (Τζον Έμεριτς Έντουαρντ Ντάλμπεργκ-Άκτον 1834-1902) δεν είναι απλώς μια θεωρητική παρατήρηση. Στην ελληνική πραγματικότητα μοιάζει με καθημερινή διαπίστωση, σχεδόν αυτονόητη. Γιατί η μίζα στην Ελλάδα δεν είναι ένα μεμονωμένο «λάθος του συστήματος». Είναι ένα παράλληλο σύστημα που συνυπάρχει με το επίσημο κράτος, το υπονομεύει και συχνά το καθορίζει.

  • του Αντώνη Ι. Αντωνόπουλου, Δημοσιογράφος

Η μίζα δεν εμφανίζεται ποτέ μόνη της. Τρέφεται από τη γραφειοκρατία, την αδιαφάνεια και -κυρίως- από μια βαθιά ριζωμένη ανοχή. Στην ελληνική κουλτούρα, το «να γίνει η δουλειά» πολλές φορές αξίζει περισσότερο από το «να γίνει σωστά». Έτσι γεννιέται το έδαφος για τη συναλλαγή: ο ένας «διευκολύνει», ο άλλος «κερδίζει χρόνο» και στο ενδιάμεσο χάνεται η έννοια της νομιμότητας.

Από τα δημόσια έργα μέχρι τις μικρές καθημερινές εξυπηρετήσεις, η σκέψη που κυριαρχεί στο κοινωνικό υποσυνείδητο είναι ίδια: τίποτα δεν προχωρά χωρίς «λάδι». Και αυτό το λάδι δεν είναι απλώς χρήμα· είναι κοινωνική αποδοχή της παρανομίας. Όταν ο πολίτης θεωρεί αυτονόητο ότι «έτσι λειτουργεί το σύστημα», τότε το σύστημα έχει ήδη νικήσει.

Το πιο επικίνδυνο όμως δεν είναι η ίδια η μίζα. Είναι η ηθική της κανονικοποίηση. Όταν ένας νέος μεγαλώνει μαθαίνοντας ότι η αξία δεν μετρά όσο το «μέσο», τότε η αξιοκρατία μετατρέπεται σε αστείο. Όταν ένας επαγγελματίας βλέπει ότι ο έντιμος ανταγωνίζεται τον διεφθαρμένο με άνισους όρους, τότε η εντιμότητα παύει να είναι επιλογή και γίνεται μειονέκτημα. Έτσι χτίζεται μια κοινωνία όπου οι ικανοί απογοητεύονται και οι επιτήδειοι επιβραβεύονται.

Οι συνέπειες είναι ορατές παντού: δημόσια έργα που κοστίζουν πολλαπλάσια, υπηρεσίες που υπολειτουργούν, θεσμοί που απαξιώνονται. Αλλά το βαθύτερο κόστος δεν αποτυπώνεται σε αριθμούς. Είναι η απώλεια εμπιστοσύνης. Όταν ο πολίτης πιστεύει ότι «όλοι τα παίρνουν», παύει να πιστεύει σε οποιονδήποτε. Και μια κοινωνία χωρίς εμπιστοσύνη είναι κοινωνία σε μόνιμη αποσύνθεση.

Η μίζα όμως δεν είναι μόνο πράξη των «άλλων». Είναι και αντανάκλαση μιας κοινωνίας που συχνά την ανέχεται, τη δικαιολογεί ή τη θαυμάζει σιωπηλά όταν «φέρνει αποτέλεσμα». Αυτή η υποκριτική ανοχή είναι που την καθιστά πραγματική κατάρα. Ο Αλμπέρ Καμύ είχε γράψει ότι «η διαφθορά είναι η πιο σίγουρη μορφή αυτοκτονίας μιας κοινωνίας». Η φράση αυτή αποτυπώνει με σκληρότητα αυτό που συμβαίνει όταν μια κοινωνία συνηθίζει να ζει με τη μίζα ως δεδομένο. Δεν καταρρέει απότομα· αποσυντίθεται σταδιακά από μέσα.

Η αντιμετώπιση δεν μπορεί να είναι επιφανειακή. Δεν αρκεί η αυστηροποίηση των νόμων όταν η κουλτούρα συνεχίζει να επιβραβεύει το «μέσο». Χρειάζεται ρήξη. Ρήξη με τη λογική της εξυπηρέτησης, με την ανοχή στη μικρή παρανομία, με την ιδέα ότι η διαφθορά είναι «αναγκαίο κακό». Γιατί το «μικρό κακό» είναι αυτό που χτίζει το μεγάλο. Η Ελλάδα δεν στερείται νόμων· στερείται συνέπειας στην εφαρμογή τους και, κυρίως, κοινωνικής απαίτησης για καθαρούς κανόνες. Όσο ο πολίτης ανέχεται τη μίζα ως «ρεαλισμό», τόσο ο ρεαλισμός αυτός θα γίνεται πιο κυνικός, πιο ακριβός και πιο καταστροφικός. Η μίζα δεν είναι απλώς πληγή. Είναι καθρέφτης. Και αυτό που αντανακλά δεν είναι μόνο η διαφθορά των λίγων, αλλά η σιωπή των πολλών.