Αύξηση των απλήρωτων λογαριασμών ρεύματος και των καθυστερήσεων στην εξόφληση τους, σημειώθηκε τον Σεπτέμβριο, καθώς τα “φουσκωμένα” ποσά είναι δύσκολο να εξυπηρετηθούν από χιλιάδες καταναλωτές.

Τα πράγματα ανάμενεται να είναι δυσκολέψουν ακόμη περισσότερο, καθώς τον Οκτώβριο, θα περάσουν στην κατανάλωση και νέες αυξήσεις. Επιπλέον, τον ίδιο μήνα, σημειώθηκε εντυπωσιακή αύξηση της χονδρικής τιμής του ρεύματος στα 202 ευρώ ανά μεγαβατώρα, όταν τον Σεπτέμβριο είχε διαμορφωθεί κοντά στα 135 ευρώ. Συνεπώς, οι λογαριασμοί που θα φτάσουν τις επόμενες μέρες στους καταναλωτές, θα είναι ακόμη πιο “φουσκωμένοι”, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους προϋπολογισμούς νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Πιθανές νέες καθυστερήσεις ή και αύξηση των ανεξόφλητων οφειλών, θα φέρουν σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση τους προμηθευτές ρεύματος, οδηγώντας σε μείωση της ρευστότητας τους, ενώ λίγες είναι οι επιχειρήσεις που δηλώνουν ότι δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα προς το παρόν. Επιπλέον, έχει αυξηθεί και ο αριθμός των καταναλωτών που ζητεί διακανονισμό οφειλών, καθώς δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στα νέα υψηλότερα ποσά.

Σύμφωνα με ερευνα της ΓΣΕΕ, το 82% των εργαζομένων, δηλώνει ότι η μηνιαία επιβάρυνση του νοικοκυριού τους από τις αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και των βασικών ειδών διατροφής αναμένεται να είναι ¨Πολύ μεγάλη¨ ή ¨Μεγάλη¨, ενώ μόλις το 14% εκτιμά ότι θα είναι ¨Μικρή¨ ή ¨Πολύ μικρή¨. Τα παραπάνω ποσοστά διαφοροποιούνται όταν συγκριθούν με το ύψος του εισοδήματός τους. Οι εργαζόμενοι που έχουν μισθό έως 500 ευρώ, δηλώνουν σε ποσοστό 100% ότι θα επιβαρυνθούν σημαντικά, ενώ όσοι παίρνουν 1.500 ευρώ, θεωρούν σε ποσοστό 19% ότι θα είναι μεγάλη επιβάρυνση για τους ίδιους. Ως το αποτελεσματικότερο μέσο για την προστασία του βιοτικού τους επιπέδου από τις ανατιμήσεις, το 48% επιλέγει την αύξηση του μισθού και του κατώτατου μισθού, το 43% την μείωση των ειδικών φόρων και φόρων κατανάλωσης ενώ μόλις το 3% επιλέγει τη λύση των επιδομάτων. Τα παραπάνω ποσοστά διαφοροποιούνται έντονα ανάλογα με το ύψος των εισοδημάτων των εργαζομένων.

Έτσι, όσοι έχουν μηνιαίο εισόδημα έως 1.000 ευρώ δηλώνουν, κατά μέσο όρο, σε ποσοστό 57% ότι το αποτελεσματικότερο μέτρο για την προστασία του βιοτικού τους επιπέδου από τις ανατιμήσεις είναι η αύξηση των μισθών και του κατώτατου μισθού και το 39%, κατά μέσο όρο, την μείωση των ειδικών φόρων και φόρων κατανάλωσης. Όσοι δηλώνουν μηνιαίο εισόδημα από 1.001 – 1.500 ευρώ δηλώνουν, σε ποσοστό 42% ότι το αποτελεσματικότερο μέτρο για την προστασία του βιοτικού τους επιπέδου από τις ανατιμήσεις είναι η αύξηση των μισθών και του κατώτατου μισθού και το 53% την μείωση των ειδικών φόρων και φόρων κατανάλωσης. Τέλος, το 18% όσων έχουν μηνιαίο μισθό πάνω από 1.500 ευρώ ζητεί αύξηση του κατώτατου μισθού, ενώ το 82% ζητεί μείωση των ειδικών φόρων και των φόρων κατανάλωσης.