Μεγάλες διαφορές στο τελικό ύψος της σύνταξης, αλλά και… ευέλικτους τρόπους για πρόωρη συνταξιοδότηση χωρίς… τραγικά υψηλές απώλειες, έχουν οι σημερινοί 50άρηδες ή 55άρηδες.

Το τελικό ύψος της σύνταξης που θα εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή σύνταξη ή θα οδηγήσει σε… φτωχά γεράματα αποτελεί μια πολυπαραγοντική εξίσωση, με συγκεκριμένες παραμέτρους και προϋποθέσεις. Σημειώνεται ότι η βάση για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών είναι ο μέσος μισθός από το 2002 έως την ημέρα συνταξιοδότησης. Όσο υψηλότερος είναι ο μισθός, τότε υψηλότερη είναι η βάση εκκίνησης για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης, η οποία οδηγεί και σε υψηλότερα επίπεδα επικουρικής.

Ο δεύτερος παράγοντας που διαμορφώνει το τελικό ύψος της σύνταξης είναι τα έτη προϋπηρεσίας. Λαμβάνοντας υπόψη τις αλλαγές στον νόμο Βρούτση, όσοι έχουν πάνω από 30 έτη ασφάλισης, έχουν επιπλέον «μπόνους», το οποίο οδηγεί σε υψηλότερη σύνταξη, ανάλογα με την ηλικία συνταξιοδότησης. Δηλαδή, άλλη είναι η σύνταξη στα 62 για έναν με 30 έτη ασφάλισης και άλλη για όποιον αποχωρεί στα 67 του.

Το… ιδανικό σενάριο για έναν συνταξιούχο, προκειμένου να λάβει το μάξιμουμ της εθνικής σύνταξης και να έχει υψηλό ποσοστό αναπλήρωσης ως προς την ανταποδοτική, καθώς και υψηλότερη επικουρική, είναι να βγει στα 67 χρόνια, να έχει συντάξιμες αποδοχές πάνω από 1.000 ευρώ και να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 33 χρόνια ασφάλισης.

Από την άλλη, υπάρχουν εναλλακτικές, όπου κάποιος μπορεί να φύγει στα 62 χρόνια του χρόνια με μια σχετικά μικρομεσαία σύνταξη και ταυτόχρονα να προχωρήσει και στην εξαγορά πλασματικών ετών, πληρώνοντας κάμποσες χιλιάδες ευρώ. Φυσικά, υπάρχει και η περίπτωση όπου ένας εργαζόμενος μπορεί να αποχωρήσει στα 62 του και να αποδεχθεί περικοπή της σύνταξής του κατά 30%, έχοντας παράλληλα δεύτερη και νόμιμη απασχόληση για να έχει υψηλότερες αποδοχές.

Τι αναγνωρίζεται ως πλασματικός χρόνος

Ένα μεγάλο ερώτημα που προκύπτει για χιλιάδες συνταξιούχους είναι αν αξίζει τον… κόπο και τα λεφτά για να «επενδύσουν» στην εξαγορά πλασματικού χρόνου ασφάλισης.

H εξαγορά πλασματικού χρόνου μπορεί να φτάσει έως τα 7 έτη για τον ιδιωτικό τομέα και έως 12 για το Δημόσιο, όταν υπάρχουν μητέρες με 3 παιδιά και πάνω. Σημειώνεται ότι το ελάχιστο ποσό για την εξαγορά πλασματικού χρόνου από μισθωτό είναι τα 130 ευρώ, δηλαδή το 20% του βασικού μισθού των 650 ευρώ.

Σύμφωνα με την ασφαλιστική νομοθεσία, κάθε ασφαλισμένος, όταν συμπληρώσει το τυπικό ηλικιακό όριο των 62 ετών, με ελάχιστο χρόνο ασφάλισης τα 20 έτη, μπορεί να προχωρήσει στην αναγνώριση, επί πληρωμή, των εξής περιόδων:

α) Έως 300 μέρες ή 250 ένσημα από ασθένεια.

β) Έως 48 μήνες από την απόκτηση πρώτου πτυχίου σε ΑΕΙ και ΤΕΙ (δεν αναγνωρίζονται δεύτερο πτυχίο και μεταπτυχιακά).

γ) Έως 1 έτος για ένα παιδί, έως 2 έτη για 2 τέκνα και έως 3 έτη για 3 τέκνα.

δ) Έως 5 έτη όταν πρόκειται για τρίτεκνη μητέρα.

ε) Οι μήνες της στρατιωτικής θητείας.

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι αναγνωρίζονται έως 100 μέρες ή 250 ένσημα για τις περιπτώσεις ανεργίας, κύησης και λοχείας για τις μητέρες, καθώς και του χρόνου μαθητείας, μόνο για την κατοχύρωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος γήρατος και όχι για το ποσό της σύνταξης που δικαιούται ο ασφαλισμένος. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να συμπληρώσει ο ασφαλισμένος επιπλέον πλασματικά έτη, αλλά δεν θα πάρει υψηλότερη σύνταξη και φυσικά δεν θα καταβάλει κάποιο ποσό εξαγοράς.

Για τους ελεύθερους επαγγελματίες, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος αποδεδειγμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας πριν απόι την εγγραφή στα μητρώα του οικείου οργανισμού, εφόσον δεν έχουν καταβληθεί οι αναλογούσες εισφορές έως πέντε έτη. Στην πράξη, έχει αποδειχθεί ότι η ηλικία των 62 ετών αποτελεί το «κλειδί» για όσους θέλουν να βγουν στη σύνταξη με 40 έτη ασφάλισης, αφού αναγνωρίσουν τα έτη σπουδών (όσοι σπούδασαν φυσικά), τον χρόνο της στρατιωτικής θητείας, την ανεργία και τον αριθμό των τέκνων. Σημειώνεται ότι στο Δημόσιο μπορούν να εξαγοραστούν 7 πλασματικά έτη μέσω σπουδών στρατιωτικής θητείας κλπ., αλλά και μέχρι 5 έτη για όσους έχουν 3 παιδιά, ενώ για τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα, το «ταβάνι» είναι 7 έτη.

Πώς γίνεται η εξαγορά και πόσο κοστίζει 

Σημείο «κλειδί» για το τελικό ποσό εξαγοράς αποτελεί ο τελευταίος μισθός κατά την αίτηση συνταξιοδότησης, καθώς και ο συνολικός αριθμός των μηνών που θέλει να αναγνωρίσει ο ενδιαφερόμενος.

Σύμφωνα με την ασφαλιστική νομοθεσία, όσοι επιθυμούν να εξαγοράσουν πλασματικά έτη, προκειμένου να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα, μπορούν να πληρώσουν εφάπαξ, μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης αναγνώρισης, με έκπτωση 2% για κάθε έτος εξαγοράς. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν δίδεται έκπτωση για εξαγορά χρόνου μικρότερου του ενός έτους. Η δεύτερη επιλογή που έχουν είναι να καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό σε μηνιαίες δόσεις ανάλογες με τον αριθμό των μηνών που αναγνωρίζονται. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής δόσης, το ποσό αυτής επιβαρύνεται με τα προβλεπόμενα πρόσθετα τέλη. Όταν θεμελιώνεται συνταξιοδοτικό δικαίωμα και προσαυξάνεται το ποσό της σύνταξης, τότε παρακρατείται το 25% αυτής, μέχρι να εξοφληθεί ολοσχερώς η οφειλή για την αναγνώριση των πλασματικών ετών.

Η αναγνώριση πλασματικών ετών γίνεται είτε πριν είτε μετά το έτος όπου κατοχυρώνονται οι προϋποθέσεις που επιθυμεί ο ασφαλισμένος ή ακόμη και όταν καταθέτει την αίτηση συνταξιοδότησης. Αν η αίτηση κατατεθεί μεταγενέστερα της ημερομηνίας αιτήσεως αναγνώρισης των πλασματικών ετών, τότε δεν γίνεται δεκτή, εκτός αν αυτό προβλέπεται από κάποιο κριτήριο σε συγκεκριμένη περίπτωση.

Τι ισχύει για αγρότες και αυτοαπασχολούμενους

Οι αγρότες και οι αυτοαπασχολούμενοι μπορούν να προχωρήσουν σε εξαγορά πλασματικού χρόνου, ανάλογα με την ασφαλιστική κλάση βάσει της οποίας καταβάλλουν τις εισφορές τους.

Σύμφωνα με την ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία, τα ελάχιστα ποσά για την εξαγορά πλασματικών ετών διαμορφώνονται στα 155 ευρώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες και στα 89,00 ευρώ για τους αγρότες. Το σημαντικό είναι ότι το κόστος εξαγοράς για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αγρότες είναι ανεξάρτητο από το εισόδημά τους και συνδέεται με τις εισφορές που καταβάλλουν. Έτσι, η εξαγορά πλασματικού χρόνου μπορεί να γίνεται με την πληρωμή του ποσού που καταβάλλουν ως μηνιαία εισφορά, ανάλογα με την κλάση που έχουν επιλέξει.

Παραδείγματα διαφοράς συντάξεων και κόστους εξαγοράς πλασματικού χρόνου 

Παρακάτω ακολουθούν παραδείγματα με διαφορετικά σενάρια ως προς το ύψος του μέσου μισθού, του χρόνου εξόδου από την αγορά εργασίας, αλλά και του κόστους εξαγοράς ενσήμων, προκειμένου να προκύψουν υψηλότερες συντάξεις με το ανάλογα τίμημα.

Ειδικότερα:

1. Έστω μισθωτός του ιδιωτικού τομέα, έγγαμος με ένα παιδί, πτυχίο ΑΕΙ 4ετούς φοίτησης και στρατιωτική θητεία 20 μήνες. Αν ο συντάξιμος μισθός του είναι 1.200 ευρώ, τότε το μηνιαίο κόστος εξαγοράς για τις σπουδές θα είναι 240 ευρώ x 48 μήνες = 11.520 ευρώ. Σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής θα πάρει έκπτωση 2% (ήτοι 230,40 ευρώ) και θα πληρώσει 11.289,60 ευρώ. Αν αναγνωρίσει και τους 20 μήνες της στρατιωτικής θητείας, πρέπει να καταβάλει επιπλέον 4.000 ευρώ. Αν εξαντλήσει το μάξιμουμ της αναγνώρισης πλασματικού χρόνου (84 μήνες), τότε θα καταβάλλει 84 x 240 = 20.160 ευρώ. Το ποσό των 240 ευρώ θα αφαιρείται επί 84 μήνες από την υψηλότερη σύνταξη που θα κατοχυρώσει, αφού αναγνωρίσει τα πλασματικά έτη. Αν ο συγκεκριμένος ασφαλισμένος με τα 1.200 ευρώ σύνταξη είχε προϋπηρεσία 31 έτη, χωρίς την πληρωμή των πλασματικών ετών, θα λάμβανε εθνική και ανταποδοτική σύνταξη 609 ευρώ στην ηλικία των 62 ετών, συν επιπλέον 20% ως επικουρική. Δηλαδή, συνολικά 730,80 ευρώ. Με την αναγνώριση 7 πλασματικών ετών, θα ανέβαζε την προϋπηρεσία του στα 38 έτη και το ποσό της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης στα 807,72 ευρώ. Το ποσό αυτό με επιπλέον 20% για επικουρική σύνταξη θα αυξανόταν στα 969,26 ευρώ. Άρα, σε σχέση με 730,80 ευρώ, θα προέκυπτε όφελος κατά 238,46 ευρώ. Ωστόσο, από τα 969,26 ευρώ θα αφαιρούνται κάθε μήνα επί 84 μήνες τα 240 ευρώ της εξαγοράς, οπότε για το διάστημα αυτό θα λαμβάνει 729,26 ευρώ. Δηλαδή, θα παίρνει τα ίδια χρήματα σαν να μην είχε κάνει την εξαγορά, αλλά, όταν… ξεχρεώσει στα 69 του, η σύνταξη θα διαμορφωθεί στα 969,26 ευρώ, χωρίς φυσικά να λαμβάνονται υπόψη οι ετήσιες αυξήσεις στο πλαίσιο της εισοδηματικής πολιτικής. Ωστόσο, ένας αποτρεπτικός παράγοντας, σε αυτήν την περίπτωση, είναι η αβεβαιότητα για το… αύριο, λόγω του σχετικά προχωρημένου της ηλικίας, όταν θα φανεί η υψηλότερη σύνταξη.

2. Έστω εργαζόμενος που θα βγει στη σύνταξη το 2028, σε ηλικία 62 ετών, με 31 χρόνια προϋπηρεσίας και μέσο συντάξιμο μισθό 1.000 ευρώ (μεικτές αποδοχές). Η εθνική και η ανταποδοτική σύνταξη αθροίζονται στα 552,30 ευρώ, ενώ θα λάβει και επιπλέον 20% ως επικουρική (110,46 ευρώ). Το τελικό ύψος της σύνταξής του είναι 662,76 ευρώ. Αν βρει δουλειά με 650 ευρώ, τότε θα του γίνει περικοπή κατά 30% στη σύνταξη και θα λαμβάνει 198,82 ευρώ λιγότερα, δηλαδή 463.93 ευρώ. Με αποδοχές 662,76 ευρώ είναι αφορολόγητος, ενώ αν εργάζεται κανονικά και… εμφανώς ως μισθωτός, θα λαμβάνει μηνιαίως 1.113,93 ευρώ. Σε αυτήν την περίπτωση, αν η εργασία του είναι στον ιδιωτικό τομέα, θα του αποφέρει 14 μισθούς ετησίως, δηλαδή θα λάβει 650 x 14 = 9.100 ευρώ ετησίως. Στο ποσό αυτό προστίθεται το ετήσιο εισόδημα από τη σύνταξη (463,93 x 12 = 5.567,16 ευρώ) και το φορολογητέο εισόδημα θα διαμορφωθεί στα 14.667,16 ευρώ.

Ο φόρος που αναλογεί για τα πρώτα 10.000 ευρώ είναι 137 ευρώ, αλλά για τα υπόλοιπα 4.667,16 ευρώ θα είναι 1.026,77 ευρώ. Συνολικά, η φορολογική του επιβάρυνση θα είναι 1.163,77 ευρώ. Άρα, το καθαρό εισόδημα μετά την αφαίρεση του φόρου θα είναι 14.667,16 – 1.163,77 = 13.503,39 ή 1.125,82 ευρώ καθαρά τον μήνα. Το ποσό αυτό είναι υψηλότερο από αυτό που έπαιρνε από την αρχική (προ περικοπής) σύνταξη, κατά 13.503,39 – 7.952,12 = 5.551,27 ευρώ. Με ένα τέτοιο ποσό, μόνο μέσα σε μια χρονιά θα μπορούσε να αναγνωρίσει 2 πλασματικά έτη πληρώνοντας σε δόσεις το 20% του μέσου μισθού των 1.000 ευρώ επί 24 μήνες. Δηλαδή 200 x 24 = 4.800 ευρώ. Αν αυτό το κάνει μόλις καταθέσει τα χαρτιά για τη σύνταξη, τότε θα αυξήσει τα συντάξιμα έτη κατά 2 και η σύνταξη του θα υπολογιστεί με βάση τα 33 έτη προϋπηρεσίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, η αρχική εθνική και ανταποδοτική σύνταξη των 662,76 ευρώ αυξάνεται στα 710,28 ευρώ. Άρα σε σχέση με την αρχική σύνταξη των 662,76 ευρώ με 31 έτη προϋπηρεσίας και τη νέα σύνταξη των 710,28 ευρώ μετά την αναγνώριση 2 πλασματικών ετών, θα προκύψει όφελος 47,52 ευρώ μηνιαίως. Το ποσό αυτό, λαμβάνοντας υπόψη την εξαγορά του πλασματικού χρόνου των 24 μηνών με 4.800 ευρώ, του… επιστρέφει πίσω ποσό ίσο με 47,52 ευρώ x 12 μήνες = 570,24 ευρώ ετησίως, δηλαδή το 13% του κεφαλαίου που καταβάλλει λόγω εξαγοράς πλασματικού χρόνου.

3. Έστω μισθωτός με 31 έτη ασφάλισης, ηλικία 62 έτη και μέσο (μεικτό) συντάξιμο μισθό 1.000 ευρώ. Η εθνική και ανταποδοτική σύνταξη είναι 552,30 ευρώ, συν 20% επ’ αυτής ως επικουρική, δηλαδή 662,76 ευρώ. Με 31 έτη ασφάλισης, κάποιος που θα φύγει σε ηλικία 67 ετών με τις ίδιες συντάξιμες αποδοχές θα λάβει 667,50 ευρώ, πλέον 20% που αντιστοιχεί στην επικουρική σύνταξη, δηλαδή 801,00 ευρώ. Άρα είναι φανερή η διαφορά στη σύνταξη, λόγω περισσότερων ετών ασφάλισης και υψηλότερου ποσοστού αναπλήρωσης.

4. Μισθωτός φεύγει στα 67 του με 31 έτη ασφάλισης και μέσο συντάξιμο μισθό 1.000 ευρώ, θα λάβει 667.50 ευρώ, συν 20% την επικουρική, Ένας που φεύγει με 36 έτη ασφάλισης στα 62 του θα λάβει 666,90 ευρώ, συν την επικουρική. Εδώ, ο ένας φεύγει κανονικά ως προς ανώτατο όριο ηλικίας αλλά με λιγότερα χρόνια ασφάλισης, ενώ ο δεύτερος φεύγει νωρίτερα με περισσότερα χρόνια εργασίας και θα έχουν την ίδια σύνταξη.

5. Έστω ασφαλισμένος με μέσο όρο αποδοχών 1.500 ευρώ, που θέλει να βγει στη σύνταξη στα 62 έτη, με 25 έτη ασφάλισης. Στην προκειμένη περίπτωση, το ποσό της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης θα διαμορφωθεί στα 579 ευρώ, δηλαδή στο 37% του μέσου συντάξιμου μισθού. Αν ο συνταξιούχος του παραδείγματός μας βγει στα 67 έτη, δηλαδή 5 χρόνια αργότερα και με 30 χρόνια συν μία ημέρα ασφάλισης, τότε η εθνική και η ανταποδοτική σύνταξη αυξάνονται στα 779,55 ευρώ, δηλαδή 200,55 ευρώ υψηλότερα σε σχέση με τα 62 χρόνια και τα 25 έτη ασφάλισης.

6. Ασφαλισμένος βγαίνει στη σύνταξη στα 62 του με 32 έτη ασφάλισης και μέσο όρο αποδοχών 1.100 ευρώ. Η εθνική και η ανταποδοτική σύνταξη που θα λάβει θα είναι 602,43 ευρώ, συν την επικουρική. Αν φύγει στα 67 με 37 έτη ασφάλισης και με τον ίδιο μέσο όρο συντάξιμων αποδοχών, τότε το ποσό που θα λάβει θα είναι 842,96 ευρώ. Άρα η διαφορά μέσα σε μια πενταετία ανέρχεται στα 240,53 ευρώ, καθώς θα πετύχει το μάξιμουμ της εθνικής σύνταξης και θα πιάσει το υψηλό ποσοστό αναπλήρωσης που αντιστοιχεί στα 37 έτη ασφάλισης.

7. Ελεύθερος επαγγελματίας με συντάξιμες αποδοχές 1.000 ευρώ και 32 έτη ασφάλισης θα λάβει ως εθνική και ανταποδοτική σύνταξη στα 62 του το ποσό 572,10, ενώ με τα ίδια έτη και έξοδο από την εργασία στα 67 χρόνια θα λάβει 687,30 ευρώ. Αν στα 67 έτη έχει 37 έτη ασφάλισης, θα λάβει 807,80 ευρώ, συν την επικουρική σύνταξη που αντιστοιχεί στο 20% αυτού του ποσού, εφόσον έχει καταβάλει τις αντίστοιχες εισφορές (είναι προαιρετική η επικουρική). Αν θέλει να εξαγοράσει π.χ. 4 έτη λόγω σπουδών και ανήκει στην πρώτη ασφαλιστική κατηγορία, θα πληρώσει 155 ευρώ x 48 μήνες, δηλαδή 7.440 ευρώ, προκειμένου να επιτύχει υψηλότερη ανταποδοτική και επικουρική σύνταξη, ακόμη και κατά 150 ευρώ.

8. Αγρότης με συντάξιμες αποδοχές 700 ευρώ, 35 έτη ασφάλισης και συνταξιοδότηση στα 67 έτη θα λάβει εθνική και ανταποδοτική σύνταξη 645,17 ευρώ, συν την επικουρική, εφόσον πλήρωνε τις ανάλογες εισφορές. Αν θέλει να αναγνωρίσει 2 χρόνια του στρατού, θα πληρώσει τη μηνιαία εισφορά που καταβάλλει σήμερα επί 24 μήνες. Σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί να αυξήσει τη σύνταξή του έως και 100 ευρώ.

 

του Λουκά Αθ. Γεωργιάδη

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο