Navigation
25
Σεπ
location
Αθήνα
28oC
Αίθριος - καθαρός
10 Αυγ 2020

«Βραχυκύκλωμα» στον τομέα της μεταποίησης

βιομηχανικηπαραγωγη Νέα

Με βάση τα στοιχεία και τις αναλύσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, από τα τέλη του 2017 και εντεύθεν η Ελλάδα διατηρεί τις υψηλότερες τιμές για την παροχή ρεύματος στη μεταποίηση, διεκδικώντας «θλιβερό ρεκόρ» στην Ευρωπαϊκή Ένωση, λέει χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς (ΕΒΕΠ) Βασίλης Κορκίδης, ο οποίος αναπτύσσει τις θέσεις για την επίδραση του κόστους ενέργειας στις επιχειρήσεις: «Την τελευταία πενταετία, οι τιμές στην ελληνική χονδρεμπορική (wholesale) αγορά ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν σταθερά σημαντικά υψηλότερες σε σχέση με τον μέσο όρο των τιμών στις ευρωπαϊκές αγορές. Η τιμή χονδρικής της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα είναι κατά 47% υψηλότερη από τον μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σχεδόν κατά 70% υψηλότερη από τη φθηνότερη ευρωπαϊκή αγορά, τη νορβηγική. Η χονδρική τιμή της μεγαβατώρας στην Ελλάδα, το πρώτο τρίμηνο του 2020, διαμορφώθηκε σε 50 ευρώ, έναντι μέσης τιμής 34 ευρώ στα 27 κράτη-μέλη της Ε.Ε. και 17 ευρώ στη Νορβηγία. Η δεύτερη ακριβότερη χώρα στην ηλεκτρική ενέργεια είναι η Μάλτα, ένα νησί, μια μικρή και κλειστή αγορά με μία μόνο διασύνδεση με το υπόλοιπο ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα, όπου η τιμή της μεγαβατώρας διαμορφώθηκε στα 45 ευρώ. Η αύξηση στην τιμή των δικαιωμάτων CO2 επηρεάζει περισσότερο και μόνιμα την ελληνική αγορά, ωστόσο δεν αποτελεί την κυριότερη αιτία για τη διαμόρφωση των υψηλότερων τιμών. Μελέτες τεκμηριώνουν περαιτέρω τους ισχυρισμούς της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας Ελλάδος (ΕΒΙΚΕΝ) αναφορικά με το υψηλό κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, παράγοντα που δυσχεραίνει την ανταγωνιστικότητα και τη βιομηχανική ανάπτυξη. Να σημειωθεί ότι στις τελικές τιμές δεν συμπεριλαμβάνονται τα κόστη από την αύξηση των εκπομπών CO2 κατά 20%, κάτι που καθιστά τις συγκρίσεις ακόμη πιο απογοητευτικές.

Στην παρούσα συγκυρία οι όποιες συγκρίσεις αποτυπώνουν ένα ιδιαίτερα αρνητικό δείκτη σε σχέση με την προσπάθεια επανεκκίνησης της οικονομίας από την κρίση του κορονοϊού. Σε αυτό το σκηνικό η μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο ηλεκτρικό ρεύμα μέσης τάσης, που χρησιμοποιεί ένα σημαντικό τμήμα της βιομηχανίας, όπως προανήγγειλε πρόσφατα ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, προφανώς θα είναι ένα μέτρο που θα ανακουφίσει τη βιομηχανία. Το πρόβλημα, όμως, του ενεργειακού κόστους είναι πολύ βαθύτερο…».

Αίτια κόστους

Σύμφωνα με τα στοιχεία αναλύσεων, «τρία είναι τα κύρια αίτια που διαμορφώνουν το κόστος ενέργειας σε μη ανταγωνιστικά επίπεδα: Ο κρατισμός ως κρατούσα αντίληψη γύρω από τη ΔΕΗ, το ενεργειακό μείγμα και η απουσία ενιαίας, σύγχρονης και ελεύθερης αγοράς, συζευγμένης με τις αντίστοιχες γειτονικές.

Η υψηλή τιμή του ρεύματος δεν οφείλεται αποκλειστικά στους φόρους, ειδικούς και μη. Είναι πρωτίστως αποτέλεσμα της πολιτικής όλων των κυβερνήσεων των τελευταίων 10ετιών, που επέλεξαν να πάνε κόντρα στις διεθνείς εξελίξεις για να διαφυλάξουν κατεστημένα συμφέροντα, με τίμημα την υπονόμευση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Μέχρι πριν από έναν χρόνο η ηλεκτροπαραγωγή από λιγνίτη ήταν επιλογή που δεν αμφισβητήθηκε de facto, ακόμη κι από εκείνες τις κυβερνήσεις που ορκίζονταν στην πράσινη ανάπτυξη.

Σημειώνω ότι η ΔΕΗ, ως αποκλειστικός μέχρι πριν από λίγα χρόνια παραγωγός και πάροχος ενέργειας, δεν εκσυγχρονίστηκε, με αποτέλεσμα το υψηλό παραγωγικό και λειτουργικό της κόστος, σε σχέση με άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις του εξωτερικού. Οι πρόσθετες δυσκολίες που παρουσιάστηκαν ως αποτέλεσμα διεθνών εξελίξεων ή εγχώριων συγκυριών, όπως οι επιβαρύνσεις από την εμπορία ρύπων (τις οποίες πληρώνουν οι βιομηχανίες), η αναγκαστική είσπραξη ξένων προς τη φύση της επιχείρησης τελών και η οικονομική δυσπραγία πελατών της επιβάρυναν πρόσθετα την πορεία της.

Ενώ οι μεγάλες, βιομηχανικά, χώρες ευνοούν την ανταγωνιστικότητα του κόστους ενέργειας, για τους βιομηχανικούς πελάτες μέσω του σκέλους των χρεώσεων δικτύου, φόρων και τελών, εδώ γίνεται ακριβώς το αντίθετο, με αποτέλεσμα την πρόσθετη επιβάρυνση για την ελληνική βιομηχανία.

Το ενεργειακό μείγμα που υφίσταται στη χώρα μας αντανακλάται και στο κόστος ενέργειας πέραν των προφανών περιβαλλοντικών επιπτώσεων που υπάρχουν. Η επί μακρόν έλλειψη διασυνδέσεων της ελληνικής αγοράς ενέργειας με ξένες καθώς και η απουσία ενιαίου και σύγχρονου δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας ευνόησαν την αύξηση του κόστους παραγωγής.

Τα έργα διασύνδεσης με διεθνείς αγορές -και ειδικά τις γειτονικές- αλλά και εγχώρια μεταξύ νησιών και ηπειρωτικής χώρας θα επιτρέψουν την αναστροφή της κατάστασης, εφόσον και τα εναπομείναντα σχέδια επιταχυνθούν με διαδικασίες που θα επιτρέψουν όχι μόνο την άμεση ολοκλήρωσή τους με το μικρότερο δυνατόν κόστος, αλλά και τη μέγιστη ωφέλεια για την ελληνική οικονομία».

Συνέργειες

Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ θεωρεί ότι «οι μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέργειες από την υλοποίηση των έργων διασύνδεσης και ανάπτυξης των υποδομών θα μειώσουν περαιτέρω το κόστος ενέργειας προς όφελος των επιχειρήσεων, οι οποίες απειλούνται επιπλέον από συχνές και έντονες “βυθίσεις” στην τάση του ρεύματος, με αρνητικές επιπτώσεις στον εξοπλισμό τους, στα αναλώσιμα και, τελικώς, στο κόστος παραγωγής τους.

Τα στοιχεία της έκθεσης της Κομισιόν και για το μείγμα καυσίμου στην ηλεκτροπαραγωγή ερμηνεύουν, εν πολλοίς, και τις χαμηλές τιμές χονδρικής. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα και λιγνίτη στην Ε.Ε. των “28” μειώθηκε κατά 26% σε ετήσια βάση το τέταρτο τρίμηνο του 2019. Οι σταθμοί παραγωγής από φυσικό αέριο κατόρθωσαν να αντικαταστήσουν σχετικά μικρό μέρος της απώλειας, αυξάνοντας την παραγωγή τους κατά 5%, ενώ το υπόλοιπο καλύφθηκε από ΑΠΕ, η παραγωγή των οποίων αυξήθηκε στο 35%. Για το σύνολο του 2019, ο τομέας της ηλεκτρικής ενέργειας της Ε.Ε. μείωσε τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά περίπου 12%. Η υψηλή τιμή του ρεύματος δεν οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στους φόρους, ειδικούς και μη. Είναι πρωτίστως αποτέλεσμα της πολιτικής όλων των κυβερνήσεων των τελευταίων 10ετιών, που επέλεξαν να πάνε κόντρα στις διεθνείς εξελίξεις για να διαφυλάξουν κατεστημένα συμφέροντα, με τίμημα την υπονόμευση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Μέχρι πριν από έναν χρόνο, η ηλεκτροπαραγωγή από λιγνίτη ήταν επιλογή που δεν αμφισβητήθηκε de facto, ακόμη κι από εκείνες τις κυβερνήσεις που ορκίζονταν στην πράσινη ανάπτυξη.

Για την απολιγνιτοποίηση, ένα τόσο κρίσιμο θέμα για την εθνική μας οικονομία και την επιβίωση της μεταποιητικής δραστηριότητας στην Ελλάδα αλλά και επιταγή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκτιμώ πως είναι αναγκαίο να συζητηθεί με κάθε ενδιαφερόμενο, ώστε να βρεθεί κοινή συνισταμένη των προϋποθέσεων που θα πρέπει να τεθούν για τον ενεργειακό μετασχηματισμό της χώρας, με μόνο στόχο: Τη δραστική μείωση του κόστους του βιομηχανικού ρεύματος. Μην ξεχνάμε, όμως, ότι και τα νοικοκυριά επιβαρύνονται πολύ από τη βασική τιμή της μονάδας και από άλλες επιβαρύνσεις που προστίθενται και, τελικά, διαμορφώνουν μεγαλύτερες τιμές. Όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, οι μικρομεσαίες μεταποιητικές επιχειρήσεις που δεν χρησιμοποιούν, λόγω μεγέθους, βιομηχανικό ρεύμα υφίστανται και εκείνες το ζήτημα της παραγωγής ανταγωνιστικών προϊόντων γεγονός που επηρεάζει συνολικά την εικόνα της οικονομίας».

Ισχύς δικτύου

Είναι σημαντικό «η ισχύς του δικτύου να παραμένει ισχυρή, ώστε να αποφεύγονται οι “βυθίσεις”, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για την “υγεία” πανάκριβων μηχανημάτων που χρησιμοποιούν η βιομηχανία και βιοτεχνία. Πρέπει να υπάρχει ισχύς ώστε “αύριο” τα εμπορικά λιμάνια της χώρας να μπορούν να προσφέρουν την περίφημη, από ξηράς, ηλεκτροδότηση για μείωση των αέριων ρύπων από τα πλοία στα λιμάνια.

Η ενεργειακή επάρκεια αλλά ακόμη και η αυτάρκεια με το ελάχιστο συγκριτικά κόστος είναι συνθήκη τόνωσης της βιομηχανίας, πτυχή ανταγωνιστικότητας, προϋπόθεση οικονομικής ανάπτυξης και εντέλει παράγοντας εθνικής ισχύος».

Του Φίλη Καϊτατζή

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο

 

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ