Navigation
20
Οκτ
location
Αθήνα
22oC
Λίγα σύννεφα
7 Δεκ 2020

Τι σημαίνει το «χρυσό» deal Vivartia-CVC

VIVARTIA Επιχειρήσεις

H ιστορική βιομηχανία τροφίμων Vivartia αλλάζει χέρια, αφού το Διοικητικό Συμβούλιο της Marfin Investment Group, την περασμένη Τρίτη, ενέκρινε την πώληση των μετοχών της προς την επενδυτική εταιρεία CVC Capital, έναντι 600 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για αίσιο τέλος σε μία διαδικασία που ξεκίνησε μερικούς μήνες πριν, καθώς από τις 29 Σεπτεμβρίου η CVC είχε υποβάλει δεσμευτική πρόταση εξαγοράς στον όμιλο MIG, στον οποίο ανήκει η εταιρεία τροφίμων Vivartia, υπό την ομπρέλα της οποίας βρίσκονται μεταξύ άλλων οι φίρμες ΔΕΛΤΑ, «Μπάρμπα Στάθης», «Χρυσή Ζύμη» αλλά και Goody’s, Everest, Flocafe.

Η διαδρομή

Η Vivartia ιδρύθηκε το 2006 και σήμερα δραστηριοποιείται στον κλάδο των Γαλακτοκομικών και Ποτών μέσω της ΔΕΛΤΑ Τρόφιμα ΑΕ, στον Κλάδο Υπηρεσιών Εστίασης και Ψυχαγωγίας μέσω των Goody’s AE και Everest AE και στον Κλάδο Κατεψυγμένων Τροφίμων μέσω της «Μπάρμπα Στάθης» ΑΒΕΕ. Το 2019 είχε πωλήσεις 629 εκατ. και κέρδη EBITDA 63 εκατ. ευρώ.

Η ιστορική διαδρομή της Vivartia ξεκινά το 1952, όταν ο Αριστείδης Δασκαλόπουλος ίδρυσε τη μικρή οικογενειακή επιχείρηση παραγωγής και διάθεσης γαλακτοκομικών προϊόντων, συνεχίστηκε το 1965, όταν η επιχείρηση μεταφέρθηκε στις σημερινές εγκαταστάσεις της ΔΕΛΤΑ στον Ταύρο, και το 1969, όταν δημιουργήθηκε η πρώτη γραμμή κατεψυγμένων φρούτων και λαχανικών στην Ελλάδα, της «Μπάρμπα Στάθης».

Το 1990 ήταν μια χρονιά-ορόσημο για την εταιρεία, με την απόσχιση του κλάδου κατεψυγμένων τροφίμων, οπότε και συστήθηκε η «Μπάρμπα Στάθης» ΑΕ, η οποία έναν χρόνο μετά εισήχθη στο ελληνικό Χρηματιστήριο. Την ίδια χρονιά δημιουργήθηκε από τους βασικούς μετόχους ο όμιλος Goody’s. Μετά από τέσσερα χρόνια, το 1994, η ΔΕΛΤΑ ΑΕ αγοράζει την πλειοψηφία των μετοχών της «Μπάρμπα Στάθης» ΑΕ και εγκαινιάζει το νέο, πλήρως αυτοματοποιημένο εργοστάσιο γιαούρτης στον Αγ. Στέφανο, ενώ η Goody’s εισέρχεται στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και παράλληλα λειτουργεί το πρώτο κατάστημα της αλυσίδας Flocafe, το δεύτερο σήμα της Goody’s, πρωτοποριακό για την εποχή του.

Τον επόμενο χρόνο (1995) ακολούθησε η συγχώνευση της «Μπάρμπα Στάθης» ΑΕ με τη Froza AE (θυγατρική της ΔΕΛΤΑ ΑΕ) με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η «Μπάρμπα Στάθης» εξαγόρασε τη «Μακεδονική Σφολιάτα».

Το 2000 τα πολλά σήματα του ομίλου μπήκαν κάτω από την «ομπρέλα» της ΔΕΛΤΑ Συμμετοχών ΑΕ, όπου το τμήμα τροφίμων και το τμήμα παγωτού λειτουργούν ως αυτόνομες εταιρείες. Την ίδια χρονιά, η ΔΕΛΤΑ χάνει τον ιδρυτή και πρόεδρό της, Αριστείδη Δασκαλόπουλο, και τη θέση του αναλαμβάνει ο υιός του, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ενώ η ΔΕΛΤΑ Συμμετοχών εξαγοράζει την Goody’s και την εντάσσει στον όμιλο ΔΕΛΤΑ. Το 2000, επίσης, δημιουργείται, σε συνεργασία με τη Hellenic Catering του ομίλου Goodys’s, η εταιρεία Greenfood AE, με σκοπό την παραγωγή νωπών λαχανικών.

Οι όροι της συμφωνίας

Όσον αφορά τους όρους συμφωνίας για τη μεταβίβαση της Vivartia στη CVC: Το προσφερθέν τίμημα για το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Vivartia ανέρχεται στο ποσό των 175.000.000 ευρώ, από το οποίο το τίμημα που αναλογεί στο ποσοστό 92,08% του μετοχικού κεφαλαίου της Vivartia, κυριότητος της MIG, ανέρχεται στο ποσό των 161.135.640,74 ευρώ και θα καταβληθεί ολοσχερώς κατά την ημερομηνία ολοκλήρωσης της συναλλαγής. Η αγοράστρια αναλαμβάνει το σύνολο του δανεισμού της Vivartia, ο οποίος ανέρχεται σήμερα περίπου σε 425 εκατ. ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική αποτίμηση της εταιρείας άνω των 600 εκατ. ευρώ. Η συναλλαγή τελεί υπό την έγκριση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της MIG και την έγκριση των αρμόδιων αρχών ανταγωνισμού.

Η MIG πέτυχε, επίσης, κατ’ αρχήν συμφωνία με τη δανείστρια της Τράπεζας Πειραιώς, για την παράταση του χρόνου αποπληρωμής του υπολειπόμενου δανεισμού της κατά τρία έτη, με δικαίωμα επέκτασης για επιπλέον ένα έτος, με μειωμένο επιτόκιο ανερχόμενο σε 3% (από το οποίο 1% θα καταβάλλεται μετρητοίς και το υπόλοιπο θα κεφαλαιοποιείται).

Ο εκπρόσωπός της CVC Capital Partners, κ. Άλεξ Φωτακίδης, στη χώρα μας επιβεβαίωσε την πρόθεση του fund να συνεχίσει τις επενδύσεις στην Ελλάδα, εστιάζοντας στους τομείς που θα μπορούσαν –ή θα έπρεπε– να συγκεντρώνουν τα βλέμματα των διεθνών επενδυτών την επομένη της πανδημίας. «Δραστηριοποιούμαστε στην Ελλάδα από το 2017 και σήμερα το χαρτοφυλάκιό μας ξεπερνά τα 500 εκατ. ευρώ. Γυρίζοντας πίσω, αυτό που μας εξέπληξε ήταν το ανθρώπινο κεφάλαιο. Το ταλέντο, δηλαδή, που υπάρχει στη χώρα», τόνισε χαρακτηριστικά, στο πλαίσιο του 31ου Greek Economic Summit, που διοργάνωσε το Ελληνοαμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο.

Ποια είναι η CVC Capital Partners

Το ιδιωτικό επενδυτικό κεφάλαιο CVC Capital Partners έβαλε στην επενδυτική του σφαίρα την Ελλάδα από το 2016 και μέσα σε πέντε χρόνια οι επενδύσεις του ξεπερνούν τα 500 εκατ. ευρώ.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ο τραπεζικός γίγαντας Citigroup δημιουργεί ένα από τα πρώτα επενδυτικά κεφάλαια στην Αμερική. Το 1981 θα δημιουργήσει τον ευρωπαϊκό του βραχίονα, που ακούει στο όνομα CVC Capital Partners. Στη δεκαετία του ’90, θα αποσχισθεί από τον όμιλο της Citigroup και θα περάσει σε ιδιώτες επενδυτές, οι οποίοι όμως στην πλειοψηφία τους προέρχονταν από τον όμιλο.

Με έντονη παρουσία από τις αρχές τις νέας χιλιετίας, έγινε ιδιαίτερα γνωστή το 2005, όταν απέκτησε το 63,4% της Formula One Group, που διαχειρίζεται το γνωστό πρωτάθλημα αυτοκινήτων ταχύτητας. Σήμερα μπορεί να διαθέτει μειοψηφικό ποσοστό στην παραπάνω εταιρεία, αλλά επένδυσε τα χρήματα από την πώληση των μετοχών σε άλλες κερδοφόρες επιχειρήσεις.

Ανάμεσά τους η Deoleo, η μεγαλύτερη παραγωγός συσκευασμένου ελαιολάδου στον κόσμο, με τέσσερα εργοστάσια και κορυφαία σήματα όπως το Bertolli και το Carapelli. Δεν έμεινε μόνο στην Ευρώπη, άνοιξε γραφεία στη Νέα Υόρκη και στις μητροπόλεις της Ασίας και μέσω θυγατρικών επενδυτικών εταιρειών αποκτούσε εταιρείες που εκτιμούσε ότι αποτελούσαν επενδυτικές ευκαιρίες σε μακροχρόνιο επίπεδο.

Στο χαρτοφυλάκιό της ανήκουν εταιρείες όπως η Avast, γνωστή από τα antivirus, η ελβετική ωρολογοποιία Breitling, η ισπανική Cortefiel (σ.σ. στην Ελλάδα είναι γνωστή από τα ρούχα Springfield), η αμερικανική αλυσίδα ειδών για pet Petco, η στοιχηματική Sky Bet, το Channel 9 στην Αυστραλία και η αλυσίδα fast food SRS στην Κορέα.

Σήμερα έχει καταφέρει να συγκεντρώσει και να διαχειρίζεται κεφάλαια 300 και πλέον ισχυρών παγκόσμιων επενδυτών, δεσμευμένα κεφάλαια της τάξης των 110 δισ. δολαρίων, ενώ στα 23 γραφεία της σε όλο τον κόσμο εργάζονται 480 υπάλληλοι 43 εθνοτήτων. Τα υπό διαχείριση κεφάλαια της CVC Capital ξεπερνούν τα 82 δισ. δολάρια και έως σήμερα έχει επενδύσει κεφάλαια άνω των 134 δισ. δολαρίων παγκοσμίως, ενώ διαθέτει σημαντική εξειδίκευση στον κλάδο νοσοκομείων, ειδικά σε χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Μάλιστα, έχει παρουσία σε περισσότερα από 25 νοσοκομεία σε χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και της ευρύτερης Μεσογείου, όπως η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία.

Την τελευταία τριετία, το CVC Capital Partners έχει προχωρήσει σε σημαντικές εξαγορές στον διαρκώς αναπτυσσόμενο κλάδο ιδιωτικής υγείας, επενδύοντας τουλάχιστον 600 εκατ. για να αποκτήσει από τη MIG σειρά θεραπευτικών κέντρων, φτάνοντας πλέον να ελέγχει περίπου το 30% αυτής της «πίτας». Το 2017 είχε εξαγοράσει τα Metropolitan και «Ιασώ» General, ενώ το 2018 εξαγόρασε το 70,38% του θεραπευτηρίου «Υγεία», έναντι 204,4 εκατ. ευρώ, στη σημαντικότερη εξέλιξη που έχει γίνει στον κλάδο εδώ και πολλά χρόνια.

Το CVC Capital Partners, έτσι, έγινε ο κυρίαρχος «παίκτης» στον χώρο της ιδιωτικής υγείας, ενώ θυμίζουμε πως το «Υγεία» έχει υπό τη σκέπη του και τα μαιευτήρια «Μητέρα» και «Λητώ», δυναμικότητας 1.261 κλινών, κινήσεις που καθιστούν το αμερικανικό επενδυτικό κεφάλαιο ως έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες στον τομέα της ιδιωτικής υγείας στη χώρα μας. Οι τοποθετήσεις του CVC στον χώρο της υγείας γίνονται μέσω της εταιρείας Hellenic Healthcare, στην οποία συμμετέχουν και οι κ.κ. Β. Θεοχαράκης και Δ. Σπυρίδης, που αποτελούσαν βασικούς μετόχους και ιδρυτές του Metropolitan.

Τον περασμένο Ιανουάριο, με μια αιφνιδιαστική κίνηση, το CVC Capital Partners, μέσω της θυγατρικής Venilia Investments, ανοίχτηκε για πρώτη φορά σ’ έναν νέο χώρο, αυτόν της διαχείρισης μαρίνων και του yachting, εξαγοράζοντας τις μαρίνες της D-Marin, του τουρκικού ομίλου Dogus. Μια κίνηση που αφενός δείχνει τις προοπτικές που έχει αυτός ο εντελώς ανεκμετάλλευτος στην Ελλάδα κλάδος, αφετέρου μαρτυρά τις προθέσεις του μεγάλου αμερικανικού επενδυτικού σχήματος, που βάζει πλώρη για να γίνει παγκόσμια δύναμη και στον θαλάσσιο τουρισμό.

Το fund απέκτησε τις συμμετοχές της D-Marin του Τούρκου επιχειρηματία Φερίτ Σαχένκ σε Ελλάδα, Κροατία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Στην Ελλάδα, η εξαγορά αφορά τις μαρίνες του Φλοίσβου, της Ζέας, των Γουβιών στην Κέρκυρα και της Λευκάδας.

Επίσης, τον Απρίλιο η CVC Capital απέκτησε ψηλή μειοψηφική συμμετοχή στη Skroutz, την παλαιότερη και πλέον γνωστή εταιρεία στην κατηγορία των πλατφορμών ηλεκτρονικού εμπορίου στην Ελλάδα.

της Αμαλίας Κάτζου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ