Navigation
18
Αυγ
location
Αθήνα
31oC
Λίγα σύννεφα
18 Φεβ 2019

Πρόβλημα τα ολιγοπώλια ενέργειας

ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑ Νέα

«Είναι τελείως λάθος να υποστηρίζει κάποιος ότι οι όποιες ελαφρύνσεις- εκπτώσεις, νόμιμες κρατικές ενισχύσεις που δίδονται στις βιομηχανίες έντασης ενέργειας, μετακυλίονται στον καταναλωτή», υποστηρίζει στέλεχος της ΕΒΙΚΕΝ (Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας). Τονίζει ότι οι ενεργοβόρες βιομηχανίες στηρίζουν τις εξαγωγές και διατηρούν σταθερές τις θέσεις εργασίας και θεωρεί πρόβλημα «τα ολιγοπώλια που είναι χειρότερα από το κρατικό μονοπώλιο!».

Αυτή είναι η απάντηση-αντίδρασή του σε ερωτήσεις μας, γιατί να μετακυλίεται το κόστος της ενεργοβόρου βιομηχανίας στους καταναλωτές και ποια είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο χώρος του. Ας δούμε το σκεπτικό του αναλυτικά, με το οποίο, μάλλον, συμφωνεί και το σύνολο των μελών της ΕΒΙΚΕΝ: «Η συνολική κατανάλωση των βιομηχανιών έντασης ενέργειας είναι 7 TWH σε συνολική κατανάλωση 51,5 ΤWH – αποτελούν μόνο το 13,5%. Το προφίλ της οικιακής κατανάλωσης είναι αιχμιακό, συντελεί στην αιχμή του συστήματος 18.00 με 22.00, που λόγω των φωτοβολταϊκών το πρόβλημα για το σύστημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο. Δηλαδή ενώ μειώνεται η παραγωγή με τη δύση του ηλίου αυξάνεται το φορτίο, ενώ το βιομηχανικό είναι είτε σταθερό είτε ευέλικτο (π.χ. χαλυβουργίες που δεν λειτουργούν στην αιχμή που η τιμή του ρεύματος είναι ακριβή).

Ο λογαριασμός για τον οικιακό καταναλωτή είναι πράγματι υψηλός λόγω των υψηλών ρυθμιζόμενων χρεώσεων (τέλος υπέρ Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας 900 εκατ. κατ’ έτος και τέλος ΥΚΩ 800 εκατ. κατ’ έτος) που βαραίνουν κυρίως τον απλό καταναλωτή. Για τις ΑΠΕ δόθηκαν πολύ υψηλές εγγυημένες τιμές, όταν η τεχνολογία ήταν ανώριμη, και για τα νησιά –για προφανείς λόγους– υπήρχαν συμφέροντα που δεν ήθελαν να συνδεθούν με το σύστημα αλλά να καταναλώνουν πετρέλαιο και μαζούτ».

Καθυστέρηση μέτρων

Κύκλοι της ΕΒΙΚΕΝ λένε ότι «σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα τελευταία χρόνια έχουν εγκριθεί μεθοδολογίες που στηρίζουν την ενεργοβόρα βιομηχανία για να μείνει ανταγωνιστική και να παραμείνει στην Ευρώπη και μειώνουν κάποιες χρεώσεις, όπως η χρέωση υπέρ ΑΠΕ, η χρέωση ρύπων, η απαλλαγή από τον ΕΦΚ κ.ά. Η Ελλάδα ακολουθεί στην εφαρμογή με χαρακτηριστική καθυστέρηση.

Αυτά τα μέτρα αποτελούν κρατική ενίσχυση, δίδονται από χρήματα που έχει η κεντρική κυβέρνηση από την πώληση ρύπων και δεν επιβαρύνουν τον καταναλωτή.

Επίσης, αντιλαμβάνεται κάποιος ότι οι ενεργοβόρες βιομηχανίες διατηρούν σταθερές θέσεις εργασίας, στηρίζουν τις εξαγωγές. Είναι προφανές ότι εάν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στηρίζουν τη βιομηχανία και εμείς όχι, η ελληνική βιομηχανία θα κλείσει.

Είναι επίσης ψευδές ότι η ενεργοβόρα βιομηχανία δεν είναι σύγχρονη και δεν είναι αποδοτική. Πάντα το κόστος ενέργειας ήταν σημαντικό για τη μεγάλη βιομηχανία. Έτσι, πλην της Λαρκο, που ήταν κρατική, η υπόλοιπη βιομηχανία (αλουμίνιο, χάλυβας, τσιμέντα) συνεχώς επένδυε σε εκσυγχρονισμό και στην εξοικονόμηση ενέργειας, γι’ αυτό και άντεξε στην κρίση».

Κρατικό μονοπώλιο

Για το ποια είναι η θέση της ΔΕΗ, της ΡΑΕ και των συναρμόδιων φορέων του κράτους απέναντι στην ενεργοβόρα βιομηχανία, το στέλεχος της ΕΒΙΚΕΝ πιστεύει ότι «η εκπόνηση βιομηχανικής πολιτικής αφορά και μόνο την κυβέρνηση. Σαφώς υπάρχει έλλειμμα διαχρονικά. Τα όποια μέτρα αποφασίζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο (μείωση του τέλους υπέρ ΑΠΕ) λαμβάνονται με καθυστέρηση. Τα κρατικά μονοπώλια (ΔΕΗ) αντιλαμβάνονται την ανελαστικότητα της μεγάλης βιομηχανίας και την αδυναμία τους να βρουν εναλλακτικό προμηθευτή και προσπαθούν διαχρονικά να αυξήσουν τα έσοδά τους σε αυτή την κατηγορία, όπου δεν έχουν ανταγωνισμό. Ο ρόλος της ΡΑΕ, που δεν είναι ανεξάρτητη όπως θα έπρεπε, είναι να ελέγχει τα μονοπώλια εάν σέβονται τον κώδικα προμήθειας, αλλά και τον νομοθέτη εάν παραβαίνει τους νόμους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: Όταν η κυβέρνηση υπό την πίεση των ΕΠΑ/ΔΕΠΑ, που έχαναν το μονοπώλιό τους, έδωσε χαριστικά τριπλάσια έσοδα για 16 μήνες, έως ότου η ΡΑΕ να εγκρίνει τα οριστικά τιμολόγια».

Όμως, προσθέτει, «υπάρχει κάτι ακόμη χειρότερο από το κρατικό μονοπώλιο (ΔΕΗ, ΔΕΠΑ), το ολιγοπώλιο το οποίο προσπαθούν να στηρίξουν στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας με την προσπάθεια χειραγώγησης της αγοράς με σειρά στρεβλώσεων και με επιδοτήσεις προς τους ιδιώτες παραγωγούς. Χαρακτηριστική είναι η καθυστέρηση στη λειτουργία της νέας αγοράς και η προσπάθεια διατήρησης των στρεβλώσεων υπέρ των ιδιωτών παραγωγών. Η κυβέρνηση πρέπει να προχωρεί στην άμεση εφαρμογή των όποιων μέτρων αποφασίζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπέρ της βιομηχανίας, π.χ. το μέτρο της διακοψιμότητας, και να εξασφαλίσει τη λειτουργία μιας αγοράς ανταγωνιστικής, χωρίς στρεβλώσεις, σύμφωνα με το μοντέλο-στόχο που αποτελεί ευρωπαϊκή προτεραιότητα, καθώς και την άμεση λειτουργία της σύνδεσης της ελληνικής αγοράς με τις γειτονικές χώρες» (σ.σ.: διακοψιμότητα είναι στην ουσία η δυνατότητα του ΑΔΜΗΕ να διακόπτει ακόμα και να περιορίζει την ηλεκτροδότηση των βιομηχανικών μονάδων, όποτε κρίνει αναγκαίο, για την ευστάθεια του ηλεκτρικού συστήματος της χώρας. Οι μονάδες ως αντάλλαγμα για την υπηρεσία που παρέχουν αμείβονται με την τιμή που εξασφαλίζουν στη δημοπρασία).

Απουσία συνεννόησης

Κλείνοντας τη συζήτησή μας μαζί του, τον ρωτήσαμε πόσο βοηθάει ή πλήττει το χρηματιστήριο εκπομπών αερίων την ενεργοβόρα βιομηχανία. Η απάντησή του:

«Η αύξηση της τιμής των ρύπων CO2 αποτελεί εργαλείο συνέχισης της χρηματοδότησης της ανάπτυξης των ΑΠΕ σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η κάθε κυβέρνηση προς τούτο λαμβάνει δωρεάν δικαιώματα ρύπων, τα οποία πουλάει για να στηρίξει την ανάπτυξη των ΑΠΕ στην κάθε χώρα. Στην Ελλάδα, το συνολικό αποτύπωμα σε τόνους CO2 ανά παραγόμενη MWH είναι υψηλότερο σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, λόγω του κακής ποιότητας λιγνίτη και των παλιών μονάδων χαμηλού βαθμού απόδοσης. Έτσι, ο ανταγωνιστικός λιγνίτης αποτελεί βαρίδι, επειδή οι χρεώσεις ήδη στον απλό καταναλωτή δεν μπορούν να αυξηθούν αποτελεί τεράστιο πρόβλημα βιωσιμότητας για τη ΔΕΗ. Πρέπει ο κρατικός προϋπολογισμός να αναλάβει το κόστος π.χ. των νησιών ή των ΑΠΕ και όχι ο απλός καταναλωτής (σ.σ.: ναι, αλλά με άλλον τρόπο θα επιστρέψει το κόστος στον καταναλωτή, τέλος πάντων). Προφανώς η ελληνική βιομηχανία έχει υποστεί μεγάλη αύξηση της τάξης του 20% μόνο μέσα στο 2018, για τον πρόσθετο λόγο της απουσίας συνεννόησης με τη ΔΕΗ να συμφωνήσουμε σε hedging (αντιστάθμιση κινδύνου – τεχνική κάλυψη απέναντι στις απώλειες κεφαλαίων που μπορεί να προκύψουν ως αποτέλεσμα απρόσμενων κινήσεων της αγοράς), με τη βιομηχανία να αναλαμβάνει το κόστος».

«Το πραγματικό κόστος» των υδρογονανθράκων

Το «πραγματικό κόστος του πετρελαίου», από (τυχόν) πολλαπλά περιστατικά διαρροής στη χώρα, θα ξεπερνούσε τα 7,6 δισ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους, δηλαδή σε αναλογία περίπου το 4% του σημερινού εθνικού ΑΕΠ, σύμφωνα με οικονομοτεχνική μελέτη του WWF Ελλάς για τις εξορύξεις υδρογονανθράκων στην Ελλάδα. Κεντρικός σκοπός της μελέτης, η αξιολόγηση των επιπτώσεων ενός σοβαρού ατυχήματος στον Ελλαδικό χώρο (Κρήτη, Ιόνιο, Ήπειρος, Πελοπόννησος, Δυτική Ελλάδα, Αν. Μακεδονία-Θράκη, Κ. Μακεδονία) σε νευραλγικούς –για την εθνική οικονομία– τομείς, όπως ο τουρισμός, η αλιεία και η ευρύτερη αγορά εργασίας: Λόγω του μεγέθους του τουριστικού εισοδήματος της Κρήτης και του Ιονίου, ένα σοβαρό περιστατικό διαρροής/ρύπανσης μόνο στην Κρήτη θα μπορούσε να προκαλέσει ζημιά που αγγίζει τα 2,2 δισ. ευρώ – ένα αντίστοιχο περιστατικό στο Ιόνιο, ζημιά της τάξης του 1,78 δισ. ευρώ σε ορίζοντα 25 ετών. Σχεδόν 45.000 θέσεις εργασίας που συνδέονται άμεσα και έμμεσα με τον τουρισμό θα χάνονταν από ένα σοβαρό περιστατικό διαρροής/ρύπανσης στην Κρήτη και σχεδόν 25.000 θέσεις εργασίας από ένα αντίστοιχο περιστατικό στο Ιόνιο. Ακόμα και αν δεν συμβεί σημαντικό περιστατικό διαρροής, η αρνητική επίπτωση για την οικονομία ανέρχεται σε 0,8-1,3 δισ. ευρώ σε μία περίοδο 25 ετών. Οι απώλειες στον κλάδο της αλιείας (από τη ρύπανση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων) θα μπορούσαν να φτάσουν τα 180 εκατ. ευρώ».

του Φίλη Καϊτατζή

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο

 

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

PolicePress