Navigation
17
Ιούλ
location
Αθήνα
30oC
Νεφοσκεπής
24 Ιαν 2019

Καθαρή έξοδος ή τέταρτο μνημόνιο;

da Απόψεις | Νέα

Η προσοχή της κοινής γνώμης στην Ελλάδα έχει επικεντρωθεί σε κάποιο βαθμό στο κατά πόσο η περίοδος που διανύουμε μετά το πέρας της τελευταίας αξιολόγησης του τρίτου μνημονίου, τον Αύγουστο του 2018, θα πρέπει να χαρακτηρισθεί ως καθαρή έξοδος από τα μνημόνια ή ως συνέχιση της πολιτικής των μνημονίων με άλλο όνομα. Ως καθαρή έξοδος νοείται το γεγονός ότι δεν θα υπάρχουν πλέον δεσμευτικές συμφωνίες με προαπαιτούμενα, που θα υπαγορεύονται από τους δανειστές μας.

Το πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής θα χαράσσεται από τις ελληνικές κυβερνήσεις, σε καθεστώς βέβαια αυξημένης εποπτείας από το κουαρτέτο, κάτω από συνθήκες θετικών ρυθμών ανάπτυξης, μειούμενης ανεργίας, άνετης πρόσβασης στις διεθνείς αγορές για την κάλυψη των χρηματοδοτικών μας αναγκών, βελτιούμενων συνθηκών διαβίωσης, κοκ. Από την άλλη πλευρά, ως διαιώνιση των μνημονιακών δεσμεύσεων νοείται το γεγονός ότι η χώρα μας έχει δεσμευθεί να εφαρμόζει και στο μέλλον τις οικονομικές προδιαγραφές, που έχουν θεσπισθεί στα προηγηθέντα μνημόνια (συντάξεις, αφορολόγητο, πρωτογενή πλεονάσματα, ιδιωτικοποιήσεις, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, κοκ.).

Ποιά από τις δύο εκδοχές είναι η σωστή; Η απάντηση είναι καμιά ή και οι δύο. Άλλωστε, δεν έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία. Τα ζέον πρόβλημα που απασχολεί τον μέσο έλληνα είναι το αν η λιτότητα θα συνεχιστεί και για πόσο ακόμη χρονικό διάστημα. Και εδώ η απάντηση δεν είναι ευχάριστη. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι το ΑΕΠ της χώρας μας μειώθηκε κατά 25% μεταξύ των ετών 2009 και 2016, το δε διαθέσιμο ιδιωτικό εισόδημα (καθαρό από φόρους) κατά 35%, ενώ το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,40% το 2017 και προσδοκάται ότι θα αυξηθεί κατά 1,90% το 2018. Δηλαδή, έχει καλυφθεί μόλις το 13% των απωλειών σε επίπεδο εθνικού εισοδήματος.

Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι το πρόβλημα με το ΑΕΠ είναι μεν σημαντικό, όχι όμως και το μείζον. Με ρυθμό ανάπτυξης 2% ετησίως, και με ευνοϊκές τις λοιπές συνθήκες, είναι δυνατόν υπό προϋποθέσεις να επανέλθουμε μετά από 10 περίπου χρόνια στο προ της κρίσης επίπεδο. Πλην όμως αυτό από μόνο του δεν αρκεί να λύσει το πρόβλημα του υπέρογκου ελληνικού δημόσιου χρέους, που εκτιμάται ότι ανέρχεται σε € 340 δισεκατ., όταν το ΑΕΠ εκτιμάται σήμερα μόλις σε € 180 δισεκατ. περίπου. Τα πρωτογενή πλεονάσματα του 3,5% του ΑΕΠ (€ 6 δισεκατ. περίπου), που τα θεωρούμε δυσβάστακτα, επαρκούν για να καλύψουν τους τόκους του δημόσιου χρέους, ενώ τα χρεολύσια θα πρέπει να τα εξοφλούμε εφεξής με νέο δανεισμό από τις διεθνείς αγορές και με υψηλότερα επιτόκια από αυτά, που μας χρεώνουν σήμερα οι εταίροι μας. Με τον τρόπο όμως αυτό, το συνολικό δημόσιο χρέος δεν μειώνεται σε απόλυτες τιμές (αν και θα μειώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ). Θα χρειασθεί δηλ. να διαθέτουμε ετησίως 15%-20% του ΑΕΠ για την αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους (εξόφληση των ετήσιων τοκοχρεολυτικών δόσεων), μόνο και μόνο για να αποφύγουμε την περαιτέρω αύξησή του, ενώ για τη μείωσή του θα πρέπει να θυσιάζουμε ένα επιπλέον ποσοστό από το αυξανόμενο ΑΕΠ.

Στον βραχυ-μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η κατάσταση εμφανίζεται να μην είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, δεδομένου ότι οι εταίροι μας έχουν προνοήσει για περιόδους χάριτος και μετακύληση τόκων και χρεολυσίων σε μεταγενέστερες περιόδους. Οι ρυθμίσεις όμως αυτές, ενώ προσωρινά δίνουν περιθώρια στη χώρα να ανασυνταχθεί, δεν λύνουν το πρόβλημα, αλλά απλώς το μεταθέτουν στις επόμενες γενιές. Μια πραγματική έξοδος από την κρίση προϋποθέτει, πρώτον, μηδενικά δημοσιονομικά ελλείμματα.

Τα πρωτογενή πλεονάσματα (που δεν περιλαμβάνουν τους τόκους) αποκρύπτουν την αλήθεια, στο βαθμό που υπολείπονται των τόκων, όπως θα συμβαίνει μετά το 2023. Κατά δεύτερο λόγο, θα πρέπει ο ονομαστικός ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης να υπερβαίνει το επιτόκιο, με το οποίο θα δανειζόμαστε εφεξής στις διεθνείς αγορές, Καμιά από τις δύο αυτές προϋποθέσεις δεν φαίνεται ότι θα πληρούται στο μέλλον, με δεδομένες τις σημερινές θεσμικές, διαρθρωτικές, κοινωνικο-οικονομικές, ιδεολογικο-πολιτικές και λοιπές αδυναμίες της χώρας μας.

Ποιος μπορεί πλέον να μιλήσει για λήξη των μνημονίων και για τερματισμό της λιτότητας;

Άρθρο του Βασιλείου Δαλαμάγκα, Ομότιμου Καθηγητή Δημοσίων Οικονομικών Πανεπιστημίου Αθηνών

 

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

PolicePress