Navigation
27
Ιούλ
location
Αθήνα
37oC
Αίθριος - καθαρός
1 Απρ 2021

Η απάντηση Σταϊκούρα στις καταγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ για το τραπεζικό σύστημα

Σταϊκούρας-για-slider Οικονομία

Αναλυτική και τεκμηριωμένη απάντηση στις καταγγελίες της αντιπολίτευσης για το τραπεζικό σύστημα, έδωσε ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας.

Μιλώντας στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, ο κ. Σταϊκούρας είπε:

Κύριε Πρόεδρε,

Σήμερα, με δική μου πρωτοβουλία, συγκαλείται η Διαρκής Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων, προκειμένου να συζητήσουμε τις εξελίξεις και τις προοπτικές του τραπεζικού συστήματος, με ιδιαίτερη αναφορά στην περίπτωση της Τράπεζας Πειραιώς.

Και το κάνω αυτό για 2η φορά μέσα σε χρονικό διάστημα μόλις 40 ημερών από την προηγούμενη συζήτησή μας, που είχε ως αντικείμενο τα «κόκκινα» δάνεια στα χαρτοφυλάκια των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Διότι, σε αντιδιαστολή με την προηγούμενη Κυβέρνηση, εμείς πιστεύουμε στην κοινοβουλευτική και κοινωνική λογοδοσία και στην πλήρη διαφάνεια.

Γι’ αυτό και ζήτησα, στην Επιστολή που απέστειλα τόσο στον Πρόεδρο της Βουλής όσο και στον Πρόεδρο της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων, τη συμμετοχή στη σημερινή συνεδρίαση, της Τράπεζας της Ελλάδος, του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και της Τράπεζας Πειραιώς.

Όπως και έγινε.

Ώστε να δοθούν, δημόσια, απαντήσεις.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Μία σύντομη, ιστορική αναδρομή στην πορεία του τραπεζικού συστήματος την τελευταία δεκαετία, είναι χρήσιμη για να «φρεσκάρουμε» τη μνήμη μας, διδακτική για να μην επαναλάβουμε σφάλματα του παρελθόντος και ερμηνευτική της σημερινής πραγματικότητας, με ιδιαίτερη αναφορά στην περίπτωση της Τράπεζας Πειραιώς.

Γιατί το καλύτερο «πρωταπριλιάτικο ψέμα» είναι οι πρόσφατες αναφορές της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης περί μη προστασίας του δημοσίου συμφέροντος από τη σημερινή Κυβέρνηση.

Ευκαιρία λοιπόν να δούμε ποια Κυβέρνηση έχει δράσει για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.

Γιατί για εσάς, για το ΣΥΡΙΖΑ, αυτή η έννοια φαίνεται να μην έχει ιδιαίτερη σημασία.

Παίζετε μαζί της «πολιτικά παιχνίδια».

Όπως αποδείξατε πρόσφατα, με την κύρωση της Σύμβασης για το Ελληνικό.

Όπου από τη μία υποστηρίζατε, και πάλι, ότι δεν προστατεύουμε το δημόσιο συμφέρον, και από την άλλη υπερψηφίζατε, επί της αρχής, τη Σύμβαση.

Για εμάς όμως, στο οικονομικό επιτελείο, η προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος είναι ο μοναδικός μας οδηγός.

Ας μιλήσουμε συνεπώς με στοιχεία.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Την προηγούμενη δεκαετία, τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας βρέθηκαν, εξαιτίας της κρίσης αλλά – σημειώνω – και με δική τους σημαντική ευθύνη, αντιμέτωπα με μεγάλες προκλήσεις.

Αυτές οι προκλήσεις κατέστησαν αναγκαία τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους, προκειμένου να διαφυλαχθούν οι καταθέσεις των πολιτών από τον κίνδυνο απώλειας και η πραγματική οικονομία από πλήρη κατάρρευση.

Το πλαίσιο ξεκίνησε να δημιουργείται έγκαιρα, από το 2008, από την τότε Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, όταν το «τσουνάμι» της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης χτύπησε την Ευρώπη.

Και συνεχίστηκε μεταγενέστερα, μέσα από τις 2 πρώτες ανακεφαλαιοποιήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, αυτές του 2013 και του 2014.

Το αποτέλεσμα ήταν, όπως επιβεβαιώνει και η Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, «η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών να παραμένει σε ικανοποιητικά επίπεδα», ακόμη και στο 1ο τρίμηνο του 2015.

Κάτι που επιβεβαίωσε και η τότε Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού της ΕΚΤ, κα. Ντανιέλ Νουί, στις 7 Ιουνίου 2015.

Ανέφερε χαρακτηριστικά:

«Οι Ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να είναι φερέγγυες και οι Ελληνικές εποπτικές αρχές έχουν κάνει καλή δουλειά τα τελευταία χρόνια για την ανακεφαλαιοποίηση και την αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού τομέα».

Ενδεικτικά, εξαιτίας επιλογών της περιόδου πριν το 2015, τα τραπεζικά ιδρύματα:

Επανέκτησαν μέρος των καταθέσεων.

Πραγματοποίησαν επιτυχείς αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, αντλώντας 8,3 δισ. ευρώ από τις αγορές.

Εξέδωσαν τίτλους αξίας περίπου 2,5 δισ. ευρώ.

Μηδένισαν την εξάρτησή τους από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας της ΕΚΤ.

Μειώθηκε δραστικά η ροή των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Ενώ τα συνολικά έσοδα στον Κρατικό Προϋπολογισμό από την αξιοποίηση του πακέτου ρευστότητας του 2008, από μερίσματα και προμήθειες, υπερέβησαν τα 4 δισ. ευρώ την περίοδο 2009-2014.

Επ’ ωφελεία των Ελλήνων φορολογουμένων.

Συνεπώς, 1ο Συμπέρασμα:

Η κατάσταση στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα – σταδιακά – σταθεροποιήθηκε, και μέχρι το 2014, αποκαταστάθηκε η εμπιστοσύνη σε αυτό.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή άλλαξε το 2015.

Η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, με λανθασμένους και ανερμάτιστους χειρισμούς, έφερε το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με μεγάλους κινδύνους.

Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.

Και αυτό γιατί, μεταξύ άλλων, το 1ο εξάμηνο του 2015:

Οι συνολικές καταθέσεις και τα repos των πιστωτικών ιδρυμάτων μειώθηκαν κατά περίπου 50 δισ. ευρώ, η μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης.

Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών επιδεινώθηκε, καθώς αυξήθηκαν ραγδαία τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

Η αξία των τραπεζικών μετοχών που κατείχε το Ελληνικό Δημόσιο «κατέρρευσε», αφού, αυτή μειώθηκε κατά 80%.

Επεστράφησαν, με ευθύνη της Κυβέρνησης, τα 11 δισ. ευρώ του ΤΧΣ στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Και τέλος, η χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος γινόταν σχεδόν αποκλειστικά από τον μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας.

Και τολμάτε, Συνάδελφοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, να μιλάτε για προστασία δημοσίου συμφέροντος;

Αυτά τα στοιχεία επιβεβαιώνει και η Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική της Τράπεζας της Ελλάδος, τον Δεκέμβριο του 2015, η οποία αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις, η εκροή καταθέσεων και το συνεχώς αυξανόμενο ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, λόγω της χειροτέρευσης του οικονομικού κλίματος, κατέστησαν αναγκαία την εκ νέου ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, παρά την ανακεφαλαιοποίηση του 2014».

Το ίδιο επισημαίνει και η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τον Ιούλιο του 2015, η οποία αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Υφίστανται σημαντικοί κίνδυνοι για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα στην Ελλάδα, που προήλθαν από την αβεβαιότητα των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών πολιτικών της Ελληνικής Κυβέρνησης το τελευταίο εξάμηνο», δηλαδή το 1ο εξάμηνο του 2015.

Τέλος, Έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τον Οκτώβριο του 2015, υποστήριζε ότι οι νέες κεφαλαιακές ανάγκες οφείλονται στη χειροτέρευση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος για το 2015 και τα επόμενα χρόνια, στα νέα, πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα της Κυβέρνησης, στους κεφαλαιακούς περιορισμούς, στη μείωση της αξίας των εξασφαλίσεων, και στην αναμενόμενη αυξημένη ροή νέων επισφαλών δανείων.

Σε δεδομένα δηλαδή που διαμορφώθηκαν στην οικονομία το 2015.

Είναι ενδεικτικό ότι η Συνολική Αξιολόγηση που διενεργήθηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το 2014, έδειξε ότι οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και τα σχέδια αναδιάρθρωσης που υλοποιούνταν από τις συστηµικές τράπεζες, ενίσχυσαν σημαντικά την κεφαλαιακή τους θέση.

Αυτό δυστυχώς αντιστράφηκε πλήρως το 2015, καθώς στην αντίστοιχη άσκηση διαπιστώθηκε σημαντικό κεφαλαιακό έλλειμμα για όλες τις ελληνικές συστημικές τράπεζες.

Εν προκειμένω, για την Τράπεζα Πειραιώς, οι κεφαλαιακές ανάγκες, αφού ελήφθησαν υπόψη ορισμένες ενέργειες από την τράπεζα, ανήλθαν στα 4,7 δισ. ευρώ.

Και τολμάτε, Συνάδελφοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, να μιλάτε για προστασία δημοσίου συμφέροντος;

Συνεπώς, 2ο Συμπέρασμα:

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ φέρει την αποκλειστική ευθύνη για τη διαμόρφωση της ανάγκης μιας νέας, 3ης ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, το 2015.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ποιό ήταν όμως το αποτέλεσμα αυτή της 3ης, αχρείαστης ανακεφαλαιοποίησης;

1ον. Η ανακεφαλαιοποίηση προσέθεσε νέο κόστος στο Δημόσιο και αύξησε το δημόσιο χρέος.

Επιβαρύνθηκαν οι Έλληνες φορολογούμενοι, κάτι που δεν υπήρχε ως ενδεχόμενο λίγους μήνες πριν.

2ον. Η ανακεφαλαιοποίηση απαξίωσε τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου.

Να γίνω συγκεκριμένος:

Για την Εθνική Τράπεζα, η πρώτη ανακεφαλαιοποίηση, το 2013, έγινε με τιμή ανά μετοχή, στα 4,29 ευρώ.

Η δεύτερη ανακεφαλαιοποίηση, το 2014, στα 2,2 ευρώ.

Και η τρίτη, η «αριστερή» ανακεφαλαιοποίηση, το 2015, στα 0,02 ευρώ.

Για την Alpha Bank, η πρώτη, το 2013, έγινε με τιμή ανά μετοχή στα 0,44 ευρώ.

Η δεύτερη, το 2014, στα 0,65 ευρώ.

Και η τρίτη, το 2015, στα 0,04 ευρώ.

Πάμε και στις άλλες τράπεζες;

Eurobank: 1,5 ευρώ η πρώτη, 0,31 ευρώ η δεύτερη, και 0,01 ευρώ η τρίτη.

Τράπεζα Πειραιώς: 1,7 ευρώ η πρώτη, 1,7 ευρώ η δεύτερη, 0,03 ευρώ η τρίτη.

Μάλιστα η 3η ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Πειραιώς έγινε με discount 99%!

Συνεπώς, το κόστος για τους παλαιούς επενδυτές, μικρούς και μεγάλους, ήταν τεράστιο.

Και τολμάτε, Συνάδελφοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, να μιλάτε για προστασία δημοσίου συμφέροντος και μικροεπενδυτών;

3ον. Η ανακεφαλαιοποίηση σχεδόν εκμηδένισε την αξία του χαρτοφυλακίου του ΤΧΣ, δηλαδή των μετοχών που κατείχαν ουσιαστικά οι Έλληνες φορολογούμενοι μέσω του Δημοσίου.

Συγκεκριμένα, η αξία της συμμετοχής του ΤΧΣ διαμορφώθηκε στα 2,4 δισ. ευρώ στο τέλος του 2015, από 11,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Ενδεικτικά, η αξία των μετοχών της Τράπεζας Πειραιώς συρρικνώθηκε από τα 3,71 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014, στα 641 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2015!

Ενώ και τα ποσοστά συμμετοχής του ΤΧΣ συρρικνώθηκαν.

Στο 26% στην Τράπεζα Πειραιώς, από 67%.

Στο 11% στην Alpha Bank, από 66%.

Στο 2,4% στην Eurobank, από 35%.

Στο 40% στην Εθνική, από 57%.

4ον. Η ανακεφαλαιοποίηση τροποποίησε, επί το δυσμενέστερο, τα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Το αποτέλεσμα ήταν να προβλέπεται μεγάλη συρρίκνωση του δικτύου των τραπεζών, ακόμη πιο σημαντικές μειώσεις προσωπικού, και απώλεια αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών, κυρίως στο εξωτερικό.

Συνεπώς, 3ο Συμπέρασμα:

Το αποτέλεσμα της «αριστερής» ανακεφαλαιοποίησης των συστημικών τραπεζών ήταν εξαιρετικά δυσμενές για τη χώρα, τους φορολογούμενους, τους μετόχους, μικρούς και μεγάλους, και τους εργαζόμενους.

Και τολμάτε, Συνάδελφοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, να μιλάτε για προστασία δημοσίου συμφέροντος;

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Αυτά έγιναν τότε, το 2015.

Μήπως όμως, παρά το τεράστιο κόστος, αντιμετωπίσθηκαν μεταγενέστερα τα προβλήματα που τότε δημιουργήθηκαν;

Μήπως η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, έστω και μετά την καταστροφή του 2015, επέτυχε τους στόχους που η ίδια έθεσε;

Να θυμίσουμε ότι ο κ. Τσίπρας, στις 5 Οκτωβρίου 2015, στις προγραμματικές δηλώσεις της τότε Κυβέρνησης, είχε τονίσει ότι «με τις προηγούμενες ανακεφαλαιοποιήσεις δεν αντιμετωπίσθηκε το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων».

Υποστήριζε ότι, με την 3η ανακεφαλαιοποίηση, αυτό θα επιτυγχάνονταν.

Ο κ. Τσακαλώτος, στις 31 Οκτωβρίου 2015, είχε επισημάνει ότι στο τέλος του έτους [δηλαδή του 2015] θα είχε ολοκληρωθεί η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και θα είχε λυθεί και το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων.

Τα ίδια υποστήριζε, την ίδια ημέρα, και ο κ. Δραγασάκης.

Δυστυχώς για τη χώρα, επί 4 χρόνια, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε παταγωδώς.

Συγκεκριμένα:

1ον. Τον Ιούνιο του 2019, η αξία των μετοχών στις συστημικές τράπεζες διαμορφώθηκε στα 1,6 δισ. ευρώ, ακόμη χαμηλότερα και από το τέλος του 2015 (ήταν 2,4 δισ. ευρώ).

Ειδικότερα, η αξία των μετοχών της Τράπεζας Πειραιώς, χωρίς μεταβολή του ποσοστού του ΤΧΣ στο μεσοδιάστημα, συρρικνώθηκε περαιτέρω, από τα 642 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2015, στα 354 εκατ. ευρώ τον Ιούνιο του 2019.

2ον. Τα «κόκκινα» δάνεια ανήλθαν, τον Μάρτιο του 2016, στα 107 δισ. ευρώ.

Στο υψηλότερο σημείο τους!

Δηλαδή, όταν όλη η Ευρώπη προχωρούσε μπροστά, εκμεταλλευόμενη το ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον, εμφανίζοντας εντυπωσιακά αποτελέσματα στη μείωση των «κόκκινων» δανείων, η χώρα μας αποτελούσε «αρνητική» εξαίρεση.

Με αποτέλεσμα, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων προς το σύνολο του δανειακού χαρτοφυλακίου, να βρίσκεται, τον Ιούνιο του 2019, στο 43,6%, δηλαδή στο επίπεδο του 2014!

Και αυτή την αποτυχία της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ την παραδέχθηκε ο κ. Δραγασάκης, στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου, στις 31 Ιανουαρίου 2019, υποστηρίζοντας χαρακτηριστικά:

«Είμαστε η χώρα με τα περισσότερα «κόκκινα» δάνεια (…) αν δεν το προσέξουμε, μπορεί να κάνουμε ρυθμίσεις που να οδηγήσουν τις τράπεζες να απαιτηθούν νέα κεφάλαια. Δυστυχώς, αυτά τα νέα κεφάλαια ενδεχομένως να κληθεί να τα βάλει πάλι ο Έλληνας φορολογούμενος.»

Και έλεγε την αλήθεια, για την εικόνα του τραπεζικού συστήματος που μας παρέδωσε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ!

Συνεπώς, 4ο Συμπέρασμα:

Επί 4 χρόνια, το πρόβλημα της διαχείρισης του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, παρέμεινε οξύ και άλυτο.

Αυτή την δύσκολη κατάσταση κληρονομήσαμε, το καλοκαίρι του 2019.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Παρά αυτές όμως τις δυσκολίες, επί 1,5 έτος, ως πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Οικονομικών, κινούμαστε με σχεδιασμό, σοβαρότητα, μεθοδικότητα και υπευθυνότητα, για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα και τις προκλήσεις.

Συγκεκριμένα:

1ον. Εφαρμόζουμε, με επιτυχία, το σχέδιο «ΗΡΑΚΛΗΣ».

Μία ολοκληρωμένη συστημική λύση, που ψηφίστηκε στο τέλος του 2019, και η οποία έχει οδηγήσει σε σημαντικά, θετικά αποτελέσματα.

Έχουν ήδη ενταχθεί σε αυτή όλες οι συστημικές τράπεζες, προσελκύοντας διεθνείς επενδυτές, με συνολική ακαθάριστη αξία τιτλοποιήσεων που ανέρχεται περίπου στα 32 δισ. ευρώ.

Αυτό οδήγησε σε σημαντική συρρίκνωση των «κόκκινων» δανείων.

Συγκεκριμένα, το σύνολο των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων διαμορφώνεται στα 47 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2020.

Δηλαδή, μειωμένα κατά 31% μέσα σε ένα έτος!

Πρόκειται για μεγάλη επιτυχία της ελληνικής οικονομίας, που αναγνωρίζεται, διεθνώς.

Πλέον, δρομολογούμε την επέκταση του Προγράμματος.

Αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας γεγονός, γιατί, όπως φαίνεται από τον προγραμματισμό αλλά χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις της πανδημίας, μέχρι το τέλος του 2022, όλες οι συστημικές τράπεζες μπορούν να έχουν επιτύχει μονοψήφιο ποσοστό «κόκκινων» δανείων, πιθανόν κάποιες και μέσα στο 2021.

Χαρακτηριστικά, και οι 4 συστημικές τράπεζες ανακοίνωσαν – τις προηγούμενες εβδομάδες – πιο επιθετικές στρατηγικές μείωσης των «κόκκινων» δανείων, με ένταξη χαρτοφυλακίων στην επέκταση του «ΗΡΑΚΛΗ».

Επί της ουσίας, μέσα στα 2 ½ έτη της διακυβέρνησής μας, θα έχει επιτευχθεί μία από τις μεγαλύτερες συστημικές μειώσεις του δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων που υπάρχει στη διεθνή βιβλιογραφία.

2ον. Νομοθετήσαμε ένα νέο θεσμικό πλαίσιο για τη ρύθμιση οφειλών και την παροχή 2ης ευκαιρίας σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Το νέο αυτό πλαίσιο αντικαθιστά ένα σύνθετο πλέγμα διάσπαρτων μέτρων, που δεν κατάφεραν, τα προηγούμενα χρόνια, να δώσουν ουσιαστική λύση στο πρόβλημα.

Επιπλέον, δίνει τη δυνατότητα ρύθμισης και αναδιάρθρωσης χρεών προς τράπεζες, εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, λαμβάνοντας ειδικές πρόνοιες για τους ευάλωτους πολίτες, οι οποίοι θα στηρίζονται από το Κράτος, ενώ παράλληλα διασφαλίζει ότι δεν θα ενταχθούν στρατηγικοί κακοπληρωτές στο νέο σχήμα.

3ον. Υλοποιούμε το Πρόγραμμα «ΓΕΦΥΡΑ», παρέχοντας ουσιαστική στήριξη στους πολίτες, νοικοκυριά και – πλέον από χθες και – επιχειρήσεις, που δοκιμάζονται από τον οικονομικό αντίκτυπο της υγειονομικής κρίσης.

Παράλληλα, ενισχύουμε την κουλτούρα πληρωμών και επιβραβεύουμε, για πρώτη φορά, τους συνεπείς δανειολήπτες.

4ον. Ενισχύουμε τη ρευστότητα των επιχειρήσεων, κυρίως των μικρομεσαίων.

Ενδεικτικά, με την υλοποίηση των 6 πρώτων κύκλων της Επιστρεπτέας Προκαταβολής, έχουν ήδη διοχετευθεί 7,3 δισ. ευρώ στην πραγματική οικονομία.

Ενώ, μέσω του ΤΕΠΙΧ ΙΙ και του Ταμείου Εγγυοδοσίας, έχουν εκταμιευθεί δάνεια ύψους 7,5 δισ. ευρώ, σε 31.872 επιχειρήσεις.

5ον. Ενισχύουμε και επεκτείνουμε την τραπεζική χρηματοδότηση, με τη σταδιακή διοχέτευση στην οικονομία των κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης.

Το ποσό που αναλογεί στη χώρα μας ανέρχεται στα 32 δισ. ευρώ, κυρίως επιχορηγήσεις, που θα κατευθυνθούν σε μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις οι οποίες ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας.

Ποσό το οποίο διαμορφώνεται στα 57 δισ. ευρώ, εάν προσθέσουμε ένα σημαντικό κεφάλαιο που θα κινητοποιηθεί από τον ιδιωτικό τομέα, με την αξιοποίηση και του τραπεζικού συστήματος της χώρας μας.

Συνεπώς, 5ο Συμπέρασμα:

Βασική επιδίωξη του οικονομικού επιτελείου, και συνολικά της Κυβέρνησης, όπως αποδεικνύεται μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές και δράσεις, είναι τα τραπεζικά ιδρύματα να αποτελέσουν, ξανά, μοχλό ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας και ενεργοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Μέσα σε αυτό το οικονομικό περιβάλλον, με θετικές προοπτικές αλλά και προκλήσεις, η Τράπεζα Πειραιώς επιδιώκει την ταχεία αποκλιμάκωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στον ισολογισμό της και τον επιχειρηματικό μετασχηματισμό της.

Στο πλαίσιο αυτό σχεδιάζει την κεφαλαιακή της ενίσχυση, μέσα από μία μεγάλη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου.

Γιατί όμως αυτή είναι αναγκαία;

Η απάντηση είναι, για μια σειρά από λόγους:

1ος. Με στοιχεία Δεκεμβρίου 2020, η Τράπεζα είχε δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων περίπου στο 45%, τον υψηλότερο στην Ελλάδα, και έναν από τους υψηλότερους μεταξύ των συστημικών τραπεζών υπό την εποπτεία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού.

Γίνεται κατανοητό ότι όταν η μεγαλύτερη τράπεζα στην Ελλάδα έχει «κόκκινο» το μισό χαρτοφυλάκιο δανείων της, υπάρχει:

πρόβλημα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, και

πρόβλημα δυνατότητας χρηματοδότησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, και διάχυσης της ευνοϊκής νομισματικής πολιτικής στην πραγματική οικονομία.

Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι με βάση το ισχύον πλαίσιο, το εποπτικό κόστος του να διακρατά μια τράπεζα «κόκκινα» δάνεια στον ισολογισμό της είναι υψηλό, και ολοένα αυξανόμενο.

Ενώ η μείωση των «κόκκινων» δανείων σε επίπεδο συστήματος είναι πρακτικά απαραίτητη, για να συμμετέχουμε στα βήματα που γίνονται, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προς την τραπεζική ενοποίηση.

2ος. Το Πρόγραμμα «ΗΡΑΚΛΗΣ», πράγματι, «ξεμπλόκαρε» τις πωλήσεις δανείων μέσω τιτλοποιήσεων, με ευεργετικές συνέπειες για τις τράπεζες και την οικονομία.

Εντούτοις, οι τράπεζες επωμίζονται σημαντικό κόστος από τις εν λόγω συναλλαγές.

Ενδεικτικά, το συνολικό κόστος που προϋπολογίζει η Τράπεζα Πειραιώς για τις πωλήσεις δανείων εντός του 2021 και την εξυγίανση του ισολογισμού της, θα αφαιρέσει περίπου 6,5 ποσοστιαίες μονάδες από το συνολικό δείκτη κεφαλαιακής της επάρκειας.

3ος. Ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας είναι, με στοιχεία Δεκεμβρίου 2020, στο 15,8%, ενώ, λαμβάνοντας υπόψη την πλήρη επίδραση από την εφαρμογή των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης 9, ο δείκτης μειώνεται στο 13,8%.

Άρα είναι ξεκάθαρο ότι χωρίς κεφαλαιακή ενίσχυση, είτε η τράπεζα δεν θα μπορούσε να εξυγιάνει τον ισολογισμό της, είτε θα έριχνε τους δείκτες φερεγγυότητας κάτω των ελαχίστων εποπτικών ορίων, με ότι αυτό συνεπάγεται, ακόμη και αν λάβουμε υπόψη την ευελιξία που έχει δείξει ο Ευρωπαϊκός εποπτικός μηχανισμός έως το 2022.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Υπήρξε όμως εναλλακτική της κεφαλαιακής ενίσχυσης;

Η απάντηση είναι αρνητική, για συγκεκριμένους λόγους.

1ος. Θα ξεκινήσω από το αυτονόητο.

Η μη εξυγίανση του ισολογισμού της τράπεζας θα παγίδευε το πιστωτικό ίδρυμα σε αδυναμία μεγέθυνσης του ισολογισμού της και παραγωγής οργανικών κερδών, εν μέσω ολοένα αυξανόμενων εποπτικών απαιτήσεων και δυσχερούς πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου.

Αυτό πιθανότατα θα οδηγούσε σε εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης.

Και όπως ελπίζω καταλαβαίνουμε όλοι, το κόστος για καταθέτες και Δημόσιο από τυχόν εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης θα ήταν δυσβάστακτο, ενώ θα προέκυπτε ανεπανόρθωτο πλήγμα στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

2ος. Η ανάγκη για άμεση ενίσχυση κεφαλαίων, σε συνδυασμό με τους όρους για τη μετατροπή των Υπό Αίρεση Μετατρέψιμων Ομολογιών (Contingent Convertible Securities – CoCos) σε κοινές μετοχές, που νομοθέτησε η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, είχαν ήδη προεξοφλήσει τη μετατροπή του και απομειώσει την αξία του.

Σε αυτό το σημείο θα μου επιτρέψετε να επιμείνω λίγο, για να θυμίσω ορισμένα πράγματα:

Η Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου, της 2 Νοεμβρίου 2015, καθόριζε, μεταξύ άλλων, τους όρους και της προϋποθέσεις της μετατροπής.

Ποιοι ήταν αυτοί:

Οι ομολογίες μετατρέπονται αυτόματα σε κοινές μετοχές του πιστωτικού ιδρύματος, εάν για οποιονδήποτε λόγο το πιστωτικό ίδρυμα δεν καταβάλει τους καταβλητέους τόκους σε δύο Ημερομηνίες Καταβολής Τόκου.

Οι κάτοχοι ομολογιών δικαιούνται, στην 7η Επέτειο, να μετατρέψουν τις ομολογίες τους σε κοινές μετοχές του πιστωτικού ιδρύματος.

Και τέλος, η τιμή μετατροπής για την Τράπεζα Πειραιώς ουσιαστικά ορίστηκε στην ονομαστική αξία των 6 ευρώ.

Η απώλεια της πρώτης πληρωμής του κουπονιού έγινε το 2018, επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, με απόφαση της ίδιας της Τράπεζας, χωρίς να υπάρξει επίσημο αίτημα στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Η πρόταση της Τράπεζας Πειραιώς για πληρωμή του τοκομεριδίου, ύψους 166 εκατ. Ευρώ το 2020, απορρίφθηκε, το Νοέμβριο, από την ΕΚΤ.

Επίσης, το Δεκέμβριο του 2022, με βάση τους όρους που η προηγούμενη Κυβέρνηση νομοθέτησε, θα είχε δικαίωμα το ΤΧΣ να μετατρέψει τα CoCos σε κοινές μετοχές, στην ονομαστική αξία των 6 ευρώ.

Με βάση τα παραπάνω, είναι δεδομένο ότι η τράπεζα χρειάζεται άμεση ενίσχυση κεφαλαίων, και ότι η ιδιωτική συμμετοχή σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου θα ήταν απίθανη, όσο υπήρχε ο κίνδυνος απίσχνασης των μετόχων από μετατροπή των CoCos σε κοινές μετοχές.

Κοινώς, η προηγούμενη Κυβέρνηση κατάφερε τα CoCos των 2 δισ. ευρώ, να έχουν μηδενική αξία.

Προκαλώντας ανεπανόρθωτη ζημιά για το Ελληνικό Δημόσιο.

Και κάτι ακόμη:

Στην κεφαλαιακή ενίσχυση της Τράπεζας, επί ΣΥΡΙΖΑ, και συγκεκριμένα στη Γενική της Συνέλευση, στις 15 Νοεμβρίου 2015, αποφασίσθηκε, ρητώς, «η κατάργηση του δικαιώματος προτίμησης των παλαιών μετόχων», προς το σκοπό «της μεγιστοποίησης της συμμετοχής των ιδιωτών επενδυτών στην άντληση κεφαλαίων».

Αυτά, για να μην ξεχνιόμαστε, και για να προσέχετε καλύτερα, κύριοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, τις ανακοινώσεις σας.

Σήμερα, σύμφωνα με ανακοίνωση της Τράπεζας Πειραιώς, σχεδιάζεται να προβλεφθεί προνομιακή κατανομή νέων μετοχών για τους υφιστάμενους μετόχους, με προτιμησιακή διαχείριση.

Να αναφερθώ όμως λίγο και στο ρόλο του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Το Ταμείο, ως μέτοχος της Τράπεζας Πειραιώς, δεσμεύεται να ενεργεί με γνώμονα την εξυπηρέτηση του σκοπού του, ο οποίος δεν είναι άλλος από την συνεισφορά στη διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, χάριν δημοσίου συμφέροντος.

Όπως είναι άλλωστε γνωστό, το Ταμείο, όπως σαφώς ορίζει ο ιδρυτικός του νόμος, δεν ανήκει στον δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, διαθέτει οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια, και λειτουργεί αμιγώς κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.

Ο αμιγώς ιδιωτικός χαρακτήρας του Ταμείου δεν αναιρείται ούτε από την κάλυψη του συνόλου του κεφαλαίου του από το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε από την έκδοση των προβλεπομένων αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών.

Υπό την ιδιότητα αυτή, το Ταμείο έχει ήδη εκφράσει, με την από 23 Νοεμβρίου 2020, ανακοίνωσή του, την ετοιμότητά του να στηρίξει την Τράπεζα στην προσπάθειά της για την ενίσχυση του ισολογισμού της, τη σημαντική απομείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, την αποτελεσματική ενίσχυση των λειτουργιών της, καθώς και τη θεμελίωση μιας βιώσιμης και επαναλαμβανόμενης οργανικής κερδοφορίας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Κλείνω την τοποθέτησή μου, με την απάντηση σε ένα ακόμη ερώτημα:

Ποιες οι προοπτικές και τα οφέλη μετά την κεφαλαιακή ενίσχυση;

Η Τράπεζα, σύμφωνα με την ανακοίνωσή της, προγραμματίζει σειρά ενεργειών που θα της επιτρέψουν να απορροφήσει τις ζημιές από τις πωλήσεις «κόκκινων» δανείων και να υλοποιήσει το επιχειρηματικό της πλάνο.

Ενδεικτικά, η Τράπεζα προγραμματίζει να αυξήσει τις καθαρές χρηματοδοτήσεις της προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις κατά 10 δισ. ευρώ εντός της επόμενης 4ετίας, συνεισφέροντας στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Αυτό είναι ένα όφελος που δεν είναι άμεσα μετρήσιμο.

Όπως επίσης δεν είναι μετρήσιμη η θετική επίπτωση στην πιστοληπτική διαβάθμιση της χώρας από την εξυγίανση του ισολογισμού της μεγαλύτερης τράπεζας και την επίτευξη μονοψήφιου δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων για το σύστημα σύντομα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ιδιαίτερα σε χώρες, όπως είναι η Ελλάδα, που είναι τραπεζο-κεντρική, αποτελεί προϋπόθεση για την αποτελεσματική κατανομή των διαθέσιμων, περιορισμένων οικονομικών πόρων.

Η ανάγκη ταχείας και μεγάλης μείωσης των «κόκκινων» δανείων, εντός των επόμενων ετών, αποτελεί για την Κυβέρνηση, και για την οικονομία, μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις.

Η διαχείριση αυτού του προβλήματος, και συνολικά η ενίσχυση της εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, θα «ξεκλειδώσει» την ουσιαστική επανεκκίνηση της πιστωτικής επέκτασης.

Αποτέλεσμα αυτού θα είναι – μεταξύ άλλων – η προσέλκυση και η υλοποίηση νέων επενδύσεων, η αξιοποίηση αδρανών πόρων της οικονομίας και η περαιτέρω βελτίωση του αξιόχρεου της χώρας.

Όλα αυτά θα συμβάλουν στην επίτευξη υψηλής, βιώσιμης, διατηρήσιμης και χωρίς αποκλεισμούς οικονομικής ανάπτυξης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ


















  • pict
  • pict

pict

pict