Navigation
13
Αυγ
location
Αθήνα
33oC
Αίθριος - καθαρός
27 Ιούλ 2020

«Εμπόδιο για τη βιομηχανία το ενεργειακό κόστος»

ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑ Επιχειρήσεις | Νέα

Επείγει η λήψη μέτρων που θα μετριάσουν το πρόβλημα για την ελληνική βιομηχανία, φέρνοντας το κόστος πιο κοντά στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποστηρίζει ο Κώστας Θέος, γενικός διευθυντής της Ελληνικής Παραγωγής – Συμβούλιο Βιομηχανιών για την Ανάπτυξη, προτάσσοντας «το κόστος ενέργειας που αποτελεί βασικό εμπόδιο για την αναγέννηση της βιομηχανίας»: «Το υψηλό κόστος ενέργειας είναι σημαντικό πρόβλημα για όλες τις επιχειρήσεις, καθώς επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και τις καθιστά λιγότερο ανταγωνιστικές. Στους κλάδους της μεταποίησης, εντάσεις ενέργειας (ενδεικτικά χάλυβας, χαρτί, τσιμέντο, κλωστοϋφαντουργία αλουμίνιο), το πρόβλημα καθίσταται πολύ εντονότερο, καθώς το σχετικό κόστος αποτελεί πολύ μεγάλο μέρος του κόστους παραγωγής. Η χώρα μας έχει υψηλότερη τιμή φορτίου βάσης ακόμα και από τη Μάλτα (νησί με εγγενείς αδυναμίες), που κατατάσσεται δεύτερη με 45,3 €/MWh. Η Ελλάδα έχει σταθερά πολύ πιο ακριβή τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για βιομηχανική χρήση από τον μέσο όρο της ΕΕ, γεγονός που φέρνει την ελληνική βιομηχανία σε μειονεκτική ανταγωνιστική θέση σε σχέση με τις άλλες χώρες και λειτουργεί ανασταλτικά στην ενίσχυση των εξαγωγών. Η πλέον πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το α’ τρίμηνο του 2020 αναδεικνύει για άλλη μια φορά εμφατικά το πρόβλημα, με τη χώρα μας να έχει μεταξύ όλων των χωρών της ΕΕ (αλλά και πολλών γειτονικών χωρών εκτός ΕΕ) την υψηλότερη τιμή φορτίου βάσης το α’ τρίμηνο του 2020: 50,4 €/MWh, έναντι 33,5 €/MWh κατά μέσον όρο στην ΕΕ. Ενδεικτικά, οι τιμές ήταν στη Σουηδία 16,7 €/MWh (η χαμηλότερη τιμή μεταξύ όλων των χωρών της ΕΕ), στη Γερμανία 26,5 €/MWh , στη Γαλλία 29,4 €/MWh! Μελέτη του ΙΟΒΕ τεκμηρίωσε πως και μόνο με μια μείωση του κόστους κατά 10% για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες (περίπου 110 εκατ. ευρώ), προκύπτει αύξηση του ΑΕΠ κατά 600 εκατ. ευρώ, των φόρων και εισφορών κατά 140 εκατ. ευρώ (μεγαλύτερη του αρχικού κόστους) και της απασχόλησης κατά 12.000 θέσεις εργασίας. Συνεπώς, το κόστος ενέργειας είναι σημαντική παράμετρος για την εξέλιξη της βιομηχανίας. Μεσοπρόθεσμα, καθοριστική είναι η ενίσχυση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων με τις γειτονικές χώρες για την εξομάλυνση των τιμών και τη συμμετοχή μας στην Ενεργειακή Ένωση».

Δυναμικό βιομηχανίας

Καταθέτοντας την άποψή του για το πώς θα «ξεκλειδώσει» το δυναμικό της βιομηχανίας, ο κ. Θέος διευρύνει το θέμα: «Για την επόμενη μέρα της οικονομίας, απαιτείται ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης με επίκεντρο τη βιομηχανία. Μπορεί να ξεκινήσει άμεσα με τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και την άρση των στρεβλώσεων που αποτρέπουν την υγιή ανάπτυξη της μεταποίησης. Με την επιστημονική υποστήριξη του ΙΟΒΕ, έχουμε προβεί στον εντοπισμό και την τεκμηρίωση βασικών εμποδίων που η ελληνική βιομηχανία αντιμετωπίζει κατά σχεδόν μοναδικό τρόπο στην Ευρώπη και που την φέρνουν σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους ανταγωνιστές της, δυσχεραίνοντας τη διεύρυνση και την επέκταση της παρουσίας της στις διεθνείς αγορές:

·     Ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας, καθώς η Ελλάδα έχει το ακριβότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη.

·     Ταχύτερες φορολογικές αποσβέσεις για τη διευκόλυνση των επενδύσεων (η Ελλάδα έχει από τα δυσμενέστερα καθεστώτα φορολογικής αντιμετώπισης των αποσβέσεων επενδύσεων παγίου μηχανολογικού εξοπλισμού στον ΟΟΣΑ).

·     Μη μισθολογικό κόστος. Οι εισφορές εργοδοτών στην Ελλάδα είναι υψηλότερες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, πλήττοντας την ανταγωνιστικότητα των Ελληνικών επιχειρήσεων (σ.σ. εδώ διαφωνούν κάθετα οι εργαζόμενοι).

·     Δυσκολία χρηματοδότησης με ανταγωνιστικούς όρους από το τραπεζικό σύστημα, εμπόδιο που θα μπορούσε μερικώς να αμβλυνθεί με μεγαλύτερη στήριξη της βιομηχανίας από το ΕΣΠΑ.

·     Ευελιξία λειτουργίας, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις υπερωρίες. Η ελληνική βιομηχανία «τιμωρείται» με εξαιρετικά ανελαστικό καθεστώς υπερωριών, όχι μόνο σε σχέση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και σε σύγκριση με τους άλλους κλάδους της οικονομίας.

Βιώσιμη οικονομία

Η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικής βάσης, συνεχίζει ο γενικός διευθυντής της «Ελληνικής Παραγωγής», «αποτελεί προϋπόθεση για βιώσιμη και ανθεκτική οικονομία. Η βιομηχανία στη χώρα μας είναι σχετικά μικρή σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικής σημασίας, μεταξύ άλλων λόγω ισχυρών πολλαπλασιαστικών επιπτώσεων:

·        Σχεδόν το 1/3 του ΑΕΠ και της απασχόλησης οφείλονται στη μεταποίηση και την επίδρασή της (στοιχεία μελέτης ΙΟΒΕ).

·        Η μεταποίηση είναι από τους μεγαλύτερους εργοδότες της χώρας με 370.000 άμεσες θέσεις εργασίας, όσες περίπου αθροιστικά και στις υπηρεσίες καταλυμάτων και εστίασης.

·        Προσφέρει αμοιβές κατά μέσο όρο 34% υψηλότερες από την υπόλοιπη οικονομία, και κατά κανόνα σταθερές θέσεις εργασίας δωδεκάμηνης απασχόλησης.

·        Συνεισφέρει το 40% του συνολικού φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων και το 13% των αμοιβών των εργαζομένων στην Ελλάδα.

·        Έχει σημαντική γεωγραφική διασπορά στην Ελληνική Περιφέρεια, ενώ το 85% του τουριστικού εσόδου σε μόλις 5 Περιφέρειες, με τις υπόλοιπες 8 να μοιράζονται το 15%.

·        Το 36% των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης στην Ελλάδα προέρχεται από τη βιομηχανία.

·        Η σύγχρονη ελληνική βιομηχανία χαρακτηρίζεται από υψηλή συμμόρφωση προς τη νομοθεσία και το ρυθμιστικό περιβάλλον (εργασιακές σχέσεις, προστασία των εργαζομένων, φορολογικές υποχρεώσεις, προστασία του περιβάλλοντος)».

Αντίξοες συνθήκες

Μην ξεχνάμε ότι η ελληνική βιομηχανία κατάφερε όχι μόνο να μείνει ζωντανή, ακόμα και σήμερα, λέει με έμφαση ο κ. Θέος, «αλλά να διευρύνει σημαντικά τις εξαγωγές της, λειτουργώντας μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες της προηγούμενης κρίσης, με ανύπαρκτο τραπεζικό σύστημα και μηδενική ρευστότητα, με κατάρρευση της εσωτερικής ζήτησης και πρωτοφανείς συνθήκες αβεβαιότητας με τεράστιο country risk και λαβωμένο το brandname της χώρας. Η αύξηση των εισπράξεων από τις εξαγωγές αγαθών είναι μεγαλύτερη από την αύξηση των εισπράξεων του τουρισμού – κάτι που δεν είναι ευρέως γνωστό: στο διάστημα 2008-2018, οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 10,5 δισ. ευρώ, ενώ του τουρισμού κατά 5 δισ. ευρώ. Τα επιτεύγματα αυτά συντελέστηκαν απουσία πολιτικών στήριξης από την Πολιτεία και οφείλονται πρωτίστως στις προσπάθειες του εξαιρετικού ανθρώπινου δυναμικού των μεταποιητικών επιχειρήσεων, εργαζομένους και διοικήσεις.

Σήμερα η πανδημική κρίση COVID-19, πέραν της πρωτοφανούς δοκιμασίας σε ανθρώπινο και κοινωνικό επίπεδο, μας υπενθυμίζει με οδυνηρό τρόπο την αδήριτη ανάγκη να διαφοροποιήσουμε σημαντικά τις πηγές δημιουργίας πλούτου και να αναπτύξουμε έναν δεύτερο ισχυρό πυλώνα στην οικονομία μας, με επίκεντρο τη μεταποίηση, όπως έχει επισημάνει και το ΙΟΒΕ».

Συμβούλιο Βιομηχανιών

Ο διευθυντής της «Ελληνικής Παραγωγής», Κώστας Θέος, επισημαίνει: «Για πολλά χρόνια, η Πολιτεία επέδειξε πολύ μικρό ενδιαφέρον για τη βιομηχανία, η οποία απουσίαζε παντελώς από τον δημόσιο διάλογο. Η πρωτοβουλία δημιουργίας της “Ελληνικής Παραγωγής – Συμβούλιο Βιομηχανιών για την Ανάπτυξη” είχε ακριβώς αυτόν τον κύριο στόχο: Να επαναφέρει και στην Ελλάδα τη συζήτηση για την αναγκαιότητα μιας σύγχρονης βιομηχανίας, συζήτηση έντονη εδώ και πολλά χρόνια στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ανταπόκριση των εταιρειών της βιομηχανίας υπήρξε πολύ θετική με αποτέλεσμα, με αφετηρία τα 12 ιδρυτικά μέλη, η “Ελληνική Παραγωγή” να αριθμεί σήμερα περίπου 60 μέλη, μεταξύ των οποίων και όλοι οι βασικοί βιομηχανικοί σύνδεσμοι της χώρας, με τα άμεσα μέλη (χωρίς τους συνδέσμους) να αντιπροσωπεύουν έναν κύκλο εργασιών περίπου 3,5 δισ. ευρώ και σημαντικό μέρος των εξαγωγών της χώρας.

Δύο κρίσεις –η προηγούμενη και η πανδημία του COVID19–, το ίδιο συμπέρασμα όσον αφορά την πραγματική οικονομία: Δεν υπάρχει προηγμένη και ισχυρή οικονομία χωρίς μια διαφοροποιημένη οικονομική βάση και δεν υπάρχει ισχυρή οικονομία χωρίς βιομηχανία. Για να μην είναι ευάλωτη η οικονομία μας, υπάρχει ζωτική ανάγκη για περισσότερη εξωστρέφεια, περισσότερες εξαγωγές αγαθών, περισσότερη καινοτομία, περισσότερη τεχνολογία».

 του Φίλη Καϊτατζή

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο

 

 

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ