Navigation
21
Ιαν
location
Αθήνα
8oC
Αρκετά σύννεφα
9 Δεκ 2019

Η βιομηχανία βλέπει «λουκέτα» και απολύσεις

επιχειρηση_λουκετο Νέα

Συνεχίζεται στο εσωτερικό της χώρας ένα άλλο είδος «υβριδικού πολέμου» μεταξύ των ενεργοβόρων βιομηχανιών της ΕΒΙΚΕΝ (Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας) και της βιομηχανίας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του ΕΣΑΗ (Ελληνικός Σύνδεσμος Ανεξάρτητων Εταιρειών Ηλεκτρικής Ενέργειας).

Προσφάτως διασταύρωσαν τα ξίφη τους στο συνέδριο του ΙΕΝΕ-Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης, με θέμα τον «κομβικό ρόλο της ενέργειας στην οικονομική ανάπτυξη». Η ενεργοβόρος βιομηχανία μιλά για βιομηχανικά λουκέτα και τη διαμόρφωση ιδιωτικών ολιγοπωλίων στην αγορά ενέργειας, θεωρώντας ότι η ΔΕΗ ΑΕ δεν έχει δεσπόζουσα θέση, όπως ισχυρίζονται οι μεγάλοι ιδιωτικοί καθετοποιημένοι όμιλοι ηλεκτρισμού του ΕΣΑΗ, με αφορμή και την έκθεση της Κομισιόν που κάνει λόγο ότι στη χώρα μας η ΔΕΗ ΑΕ εξακολουθεί να είναι μονοπώλιο στη λιγνιτική παραγωγή.

Σταχυολογούμε σημεία από τις θέσεις τους, όπως αυτές διατυπώθηκαν και όπως μας τις ανέπτυξαν οι εκπρόσωποί τους, ο Αντώνιος Κοντολέων, γενικός γραμματέας της ΕΒΙΚΕΝ, και ο Γεώργιος Στάμτσης, γενικός διευθυντής της ΕΣΑΗ (εκπροσωπεί τις μεγαλύτερες ιδιωτικές εταιρείες παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρισμού).

Αντώνιος Κοντολέων: «Είναι ανάγκη να ληφθούν μέτρα μείωσης του ενεργειακού κόστους, γιατί, σε διαφορετική περίπτωση, οδηγούμαστε σε βιομηχανικά λουκέτα. Η ενεργοβόρα βιομηχανία δουλεύει στο 40% της παραγωγής που είχε το 2008, είναι ένα μέρος του ΑΕΠ που χάθηκε, οδηγούμεθα σε κλείσιμο, θα πάμε σε μείωση εργατικού δυναμικού, η αγορά είναι αμείλικτη! Το πρόβλημά της ελληνικής βιομηχανίας είναι ότι η εσωτερική αγορά έχει καταρρεύσει, η μεγάλη μας βιομηχανία ήταν ως επί το πλείστον προσηλωμένη στον κατασκευαστικό κλάδο. Πρέπει να αναπληρώσουμε αυτή την πτώση της εσωτερικής αγοράς με αύξηση των εξαγωγών. Αυτό λοιπόν που μας απασχολεί δεν είναι το τέλος ΑΠΕ, αλλά η συνολική τιμή όπως διαμορφώνεται σήμερα στο ηλεκτρικό ρεύμα Αυτή μας κάνει μη ανταγωνιστικούς Η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας είναι μακράν η ακριβότερη στην Ευρώπη. Η Γερμανία έχει ειδικό φόρο κατανάλωσης στο ρεύμα μισό ευρώ και στην Ελλάδα είναι 2,5 από τον Μάιο του 2010 για την ενεργοβόρα βιομηχανία. Το κόστος για την ελληνική βιομηχανία κατά την τελευταία δεκαετία ήταν και παραμένει μακράν υψηλότερο συγκρινόμενο με εκείνο των Ευρωπαίων ανταγωνιστών της. Βασική αιτία είναι η συνεχής θεσμοθέτηση σειράς μέτρων, που έχουν οδηγήσει στην εδραίωση ενός θεσμοθετημένου ολιγοπωλίου, σε μια αγορά που κατακλύζεται από στρεβλώσεις και ρυθμιστικά εμπόδια, καθώς και η παρατεταμένη καθυστέρηση της έναρξης λειτουργίας της νέας αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Mε πρόσχημα την ύπαρξη δεσπόζοντα παίκτη (ΔΕΗ ΑΕ) στην αγορά, έχουν προκριθεί ως βασικές επιλογές σχεδιασμού της νέας αγοράς ρυθμίσεις, οι οποίες διαφοροποιούν την ελληνική αγορά σε σχέση με το σύνολο σχεδόν των ευρωπαϊκών αγορών, απηχούν μια ξεπερασμένη αντίληψη περί κεντρικού ελέγχου της αγοράς και διατηρούν στην πράξη την υποχρεωτική αγορά (pool). Το ανώτατο όριο (20%) που σχεδιάζεται να τεθεί στα forward συμβόλαια που θα συνάπτει η ΔΕΗ, ως προμηθευτής, ακυρώνει στην πράξη την πρόσβαση της βιομηχανίας σε προθεσμιακά προϊόντα με φυσική παράδοση. Εάν τεθεί τέτοιο όριο, πρέπει να ισχύει για όλους τους καθετοποιημένους παίκτες.

Οι χώρες της κεντρικής Ευρώπης (Γερμανία, Γαλλία και Ολλανδία) εφαρμόζουν σημαντικές εκπτώσεις στα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας (ρυθμιζόμενες χρεώσεις και φόρους) στις βιομηχανίες έντασης ενέργειας. Με αυτό τον τρόπο ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα των βιομηχανιών τους, που επιβαρύνονται υπέρμετρα από το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας».

Για την ΕΒΙΚΕΝ εξάλλου: «Το μέτρο της διακοψιμότητας αποτελεί αναγκαίο μηχανισμό για την αντιμετώπιση προβλημάτων επάρκειας ισχύος του ηλεκτρικού και έναν αναγκαίο μηχανισμό για την αντιμετώπιση του μεγάλου κόστους για τις βιομηχανίες –

σε περίπτωση έκτακτων καιρικών συνθηκών με μεγάλη ανάγκη διαθέσιμης ισχύος, τα 500 MW της βιομηχανίας ίσως να μην επαρκούν για την ασφάλεια του ηλεκτρικού συστήματος». Γι’ αυτό και ζητά μακροπρόθεσμη λύση στο θέμα αυτό.

Γεώργιος Στάμτσης: «Η υγιής και ανταγωνιστική λειτουργία της χονδρικής αγοράς σημαίνει και φθηνότερο ρεύμα για τον καταναλωτή. Εμείς οι ιδιωτικές εταιρείες ηλεκτρισμού έχουμε καταφέρει να δώσουμε καλύτερες τιμές, από τις οποίες έχουν επωφεληθεί πάνω από μισό εκατομμύριο καταναλωτές στην Ελλάδα.

Εάν η χονδρική αγορά γίνει μια ανοικτή και πλήρως ανταγωνιστική αγορά, τότε θα μπορέσουμε να δώσουμε και στη λιανική περισσότερα και καλύτερα προϊόντα στους Έλληνες καταναλωτές και σε καλύτερες τιμές. Οι νέες αγορές ηλεκτρισμού αναμένεται να λειτουργήσουν στην Ελλάδα εντός του 2020.

Πρέπει να διασφαλίσουμε δύο πράγματα για τη νέα αγορά: Κατά κύριο λόγο πρέπει να λειτουργούν οι πιο αποδοτικές και φθηνότερες μονάδες, και το οριακό κόστος για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας (δηλαδή το κόστος της ακριβότερης μονάδας) να αντικατοπτρίζεται στις τιμές της προ-ημερήσια αγοράς. Αυτός άλλωστε είναι και ο ρόλος της προ-ημερήσιας αγοράς σε όλες τις ώριμες αγορές διεθνώς. Έχοντας υπόψη το μέγεθος των εταιρειών ηλεκτρισμού και το χαρτοφυλάκιο μονάδων που έχει καθεμία στη χώρα μας, αυτοί οι δύο στόχοι μπορούν να επιτευχθούν μόνο αν τεθεί ένα όριο στον όγκο της ενέργειας που θα παράγεται για την εξυπηρέτηση διμερών συμβολαίων και χρηματοπιστωτικών προϊόντων με φυσική παράδοση (δηλαδή εκτός της λειτουργίας της προ-ημερήσιας αγοράς).

Εισάγοντας αυτή τη ρύθμιση, από τη μία εξασφαλίζεται επαρκής ρευστότητα ενέργειας για την προ-ημερήσια αγορά, επομένως θα είναι ρεαλιστικές οι τιμές, και από την άλλη δεν εμποδίζονται σε τίποτα μεγάλοι ενεργοβόροι καταναλωτές να διασφαλίζουν σταθερή τιμή μέσω διμερών συμβολαίων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων, είτε αυτά θα εκτελούνται με φυσική παράδοση είτε θα γίνεται οικονομική εκκαθάριση αυτών».

Ο ΕΣΑΗ εκτιμά ότι «για να προκύψουν τα αναμενόμενα οφέλη από τη λειτουργία των νέων αγορών, θα πρέπει να ληφθεί πρόνοια για συγκεκριμένες διαδικασίες και παραμέτρους που αφορούν τις νέες αγορές. Αυτό επιβάλλεται από τη δομή της ελληνικής αγοράς ηλεκτρισμού, η οποία χαρακτηρίζεται από την παρουσία μιας δεσπόζουσας επιχείρησης (ΔΕΗ ΑΕ) με αποκλειστική πρόσβαση στον λιγνίτη και τα μεγάλα υδροηλεκτρικά και με πολύ υψηλό μερίδιο άνω του 70% τόσο στη λιανική αγορά όσο και στο ανταγωνιστικό κομμάτι της χονδρικής αγοράς. Η Ελλάδα συνεχίζει (βάσει της έκθεσης της Κομισιόν) να παραβαίνει τη δέσμευσή της για πρόσβαση τρίτων στη λιγνιτική παραγωγή ηλεκτρισμού. Ακόμα και εάν οι τιμές των δικαιωμάτων εκπομπής έχουν ανατρέψει το τοπίο σχετικά με την ανταγωνιστικότητα των διαφόρων τεχνολογιών παραγωγής στη χώρα μας. Για να διασφαλιστεί ο υγιής ανταγωνισμός στη νέα αγορά, θα πρέπει το αργότερο μέσα στους επόμενους 3-4 μήνες να θεσπιστούν οι διαδικασίες και οι μονάδες παρακολούθησης της αγοράς στη ΡΑΕ, το Χρηματιστήριο Ενέργειας και τον ΑΔΜΗΕ.

Ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός REMIT και ο Κανονισμός του ΕΧΕ (Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας) επιτρέπουν μεμονωμένες προσφορές ακόμα και σε αρνητικές τιμές. Εάν όμως μια τέτοια συμπεριφορά παρατηρείται συστηματικά και επί μακρό χρονικό διάστημα, π.χ. μια εβδομάδα, τότε θα πρέπει να διερευνηθεί εάν αυτή η πρακτική συνιστά συστηματική πώληση κάτω από το κόστος και εάν βλάπτει τον υγιή ανταγωνισμό. Τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να ποινολογούνται με τις κυρώσεις που προβλέπονται στην ευρωπαϊκή νομοθεσία και στο εθνικό κανονιστικό πλαίσιο, έτσι ώστε να διασφαλίζονται ίσοι όροι για τους συμμετέχοντες στην αγορά».

Ομοιότητες με τη Μάλτα

Το ελληνικό σύστημα ηλεκτρισμού «παράγει το ακριβότερο ρεύμα στην Ευρώπη στα 65,5 ευρώ/MWH (χονδρική τιμή) και μάλιστα σε μεγάλη απόσταση, κατά 22,2 ευρώ/MWH, υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (43,3 ευρώ) και από χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία κατά 30 ευρώ».

Η έκθεση της Kομισιόν για το δεύτερο τρίμηνο του 2019 αναφέρει ότι η ελληνική τιμή ρεύματος είναι ακριβότερη από αυτήν της Βουλγαρίας και της Ιταλίας κατά 24,3 και 14,5 ευρώ, αντίστοιχα.

Oι πλησιέστερες τιμές στην ελληνική αγορά είναι της Mάλτας (63,9 ευρώ η MWH) και της Πολωνίας (56,4 ευρώ). H δική μας ηλεκτρική αγορά έχει ομοιότητες με αυτήν της Mάλτας: Έχει πολύ περιορισμένες διασυνδέσεις με τις γειτονικές χώρες (αν και δεν είναι νησί), με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εξυπηρετηθούν εισαγωγές που θα ήταν δυνατό να μειώσουν τις τιμές και το κόστος.

του Φίλη Καϊτατζή

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

PolicePress