Navigation
5
Ιούλ
location
Αθήνα
33oC
Αραιή συννεφιά
3 Φεβ 2020

Δεν νοείται μετάβαση χωρίς φυσικό αέριο

φυσικό αέριο Νέα

Καθ’ οδόν προς την ενεργειακή μετάβαση –το πέρασμα από τα ορυκτά καύσιμα στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας– και το ερώτημα πάντα επίκαιρο: Θα μπορέσουν από μόνες τους οι ΑΠΕ να προσφέρουν, σε συνδυασμό με τη μείωση εκπομπών ρύπων του θερμοκηπίου, στο πλαίσιο αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, και ενεργειακή επάρκεια-ασφάλεια; Οι ανανεώσιμες πηγές είναι σημαντικές, αλλά το φυσικό αέριο θα παραμείνει. Το 80% των ενεργειακών αναγκών καλύπτεται από ορυκτά καύσιμα. το καθαρό φυσικό αέριο πρέπει να συνεχίσει να αναπτύσσεται, γιατί διαφορετικά δεν θα μπορεί να υπάρξει ενεργειακή μετάβαση, δήλωσε στο CNBC η επικεφαλής της ιταλικής Eni, Emma Marcegaglia.

Στον αντίποδα, η επισήμανση της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας (IEA) στο Νταβός: «Οι εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου αντιμετωπίζουν μια κρίσιμη πρόκληση, καθώς ο κόσμος υιοθετεί ολοένα και περισσότερο τη μετάβαση στην καθαρή ενέργεια για να περιορίσει την υπερθέρμανση του πλανήτη. Περίπου το 15% των παγκόσμιων εκπομπών προέρχονται από τη διαδικασία εξόρυξης πετρελαίου – φυσικού αερίου. Οι επενδύσεις εταιρειών πετρελαίου και φυσικού αερίου σε ΑΠΕ εξακολουθούν να περιορίζονται στο περίπου 1% των συνολικών κεφαλαιουχικών δαπανών, κυρίως σε ηλιακά και αιολικά έργα».

Τεράστια εξάρτηση

Η Ευρωπαϊκή Ένωση καταναλώνει το ένα πέμπτο της παγκόσμιας ενέργειας, διαθέτει όμως σχετικά φτωχά δικά της αποθέματα. Αυτό έχει τεράστιο αντίκτυπο στην οικονομία της . Η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ενέργειας στον κόσμο, εισάγοντας το 53% της ενέργειάς της, με ετήσιο κόστος περίπου 400 δισεκατομμύρια ευρώ!

Η Ελλάδα ακολουθεί: Αξιοσημείωτη είναι η εξάρτησή μας από το πετρέλαιο, που αντιπροσωπεύει το 56% των συνολικών αναγκών της χώρας, με το φυσικό αέριο να είναι μόλις το 7% . Η εξαγωγή συναλλάγματος για εισαγωγές «μαύρου χρυσού» και φυσικού αερίου έφτασαν το 2018 τα 5 δισ. ευρώ! Η ενεργειακή εξάρτηση φέρνει οικονομική αιμορραγία με αποδέκτες τα νοικοκυριά, τους πολίτες, τις μικρές επιχειρήσεις, τις ενεργοβόρες βιομηχανικές μονάδες, με επιδράσεις σε όλους τους κοινωνικούς τομείς. Παράλληλα η Ελλάδα δεσμεύεται από τη Συμφωνία των Παρισίων για αύξηση του ποσοστού καθαρής ενέργειας και μείωση των ρύπων, με στόχο 30%-35% για διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα μέχρι το 2030. Πρέπει όμως με κάποιον τρόπο να καλυφθεί το υπόλοιπο 70%, τονίζουν παράγοντες της ενεργειακής αγοράς.

Ρεαλιστικός προσανατολισμός

Για την Τερέζα Φωκιανού, που έχει μακρόχρονη εμπειρία στον τομέα υδρογονανθράκων και σήμερα είναι πρόεδρος της εταιρείας FLOW S.A. (Energy and Enviromental operations), «η χρήση ΑΠΕ φαίνεται να είναι a priori εξαιρετικά ελκυστική, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε την ισχύουσα πραγματικότητα. Το ζήτημα της “ενεργειακής μετάβασης” απαιτεί τον έλεγχο των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, μέσω της μείωσης της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Είναι όντως δυνατόν να εισάγουμε ένα σημαντικό ποσοστό ανανεώσιμης ενέργειας στο μείγμα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, στην Ελλάδα – αλλά όχι και σε σημαντικά υψηλότερο στόχο σε σχέση με το μερίδιο συμμετοχής στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας, αφού τίθεται πλέον στόχος, στο νέο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), το μερίδιο συμμετοχής κατ’ ελάχιστον να είναι 35%, αντί του 31% που είχε τεθεί στο αρχικό σχέδιο ΕΣΕΚ. Και επίσης σημαντικά υψηλότερο και από τον κεντρικό ευρωπαϊκό στόχο για τις ΑΠΕ, που είναι στο 32%. Η απλοποίηση και επιτάχυνση του αδειοδοτικού πλαισίου, η βέλτιστη ένταξη των ΑΠΕ στα ηλεκτρικά δίκτυα, η δυνατότητα οικονομικά βιώσιμης μαζικής αποθήκευσης ενέργειας καθώς και η προώθηση της ηλεκτροκίνησης είναι σημαντικές πρωτοβουλίες που όμως απαιτούν χρόνο και χρήμα, που θα εκτιμηθούν σε μία δεκαετία. Η χρήση ΑΠΕ φαίνεται να είναι a priori εξαιρετικά ελκυστική, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε την ισχύουσα πραγματικότητα».

Ενέργεια «κατ’ απαίτηση»

Η ηλεκτρική ενέργεια αντιπροσωπεύει μόνο το 28% της ενεργειακής κατανάλωσης στην Ελλάδα. «Επομένως», προσθέτει η Τερέζα Φωκιανού, «είναι σημαντικό να γίνει διάκριση του ενεργειακού μείγματος που αφορά όλες τις δραστηριότητες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Η μεταβλητότητα των αιολικών και ηλιακών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (σ.σ. η στοχαστικότητά τους να μην παράγουν δηλαδή ενέργεια κάτω από οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες) απαιτεί την εφαρμογή για να αντισταθμιστεί η πτώση της παραγωγής που οφείλεται στην απουσία του ανέμου ή του ήλιου. Μια λύση σε αυτά τα εποχιακά διαλείμματα ενεργειακής απόδοσης θα μπορούσε να ήταν η μαζική αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας σε περιόδους όπου υπάρχει πλεόνασμα, ώστε να είναι διαθέσιμη σε στιγμές που θα χρειαζόταν. Σήμερα όμως, η δυνατότητα μιας οικονομικά βιώσιμης μαζικής αποθήκευσης ενέργειας δεν υπάρχει για να λυθεί αποτελεσματικά και με οικονομικό τρόπο το πρόβλημα στο σύνολό του. Οι πειραματισμοί σε επίπεδο κλίμακας μεγαβάτ δείχνει ότι βρισκόμαστε ακόμα μακριά από το να είμαστε σε θέση να αναπτύξουμε βιομηχανικά βιώσιμες λύσεις αποθήκευσης σε κλίμακα χώρας».

Η πρόεδρος της FLOW S.A. θεωρεί ότι «η κοινή λογική οδηγεί στο συμπέρασμα πως η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας που εγγυάται την κατανάλωση μιας χώρας απαιτεί τη διαθεσιμότητα ενέργειας “κατ’ απαίτηση” – δηλαδή, εκείνης που δεν υποφέρει από διαλείμματα και που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε διαρκή βάση. Έτσι, δεν υπάρχει χώρα, λόγω της απουσίας οικονομικής χρήσης λύσεων αποθήκευσης, που θα μπορούσε να ανταποκριθεί στη μεταβλητότητα της παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Επίσης δεν υπάρχει κράτος που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει σε σημαντικό βαθμό τις ανανεώσιμες πηγές, χωρίς να προσφεύγει στη χρήση άμεσα ελεγχόμενων και διαθέσιμων πηγών παραγωγής ενέργειας. Η καθαρότερη μορφή εξ αυτών είναι σήμερα οι θερμοηλεκτρικοί σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο». Ως εκ τούτου, «το φυσικό αέριο, ως η καθαρότερη μορφή ορυκτού καυσίμου, θα αποτελέσει τη σημαντικότερη πηγή πρωτογενούς ενέργειας για τα επόμενα 40 χρόνια είτε υπό αέρια (gas) είτε υπό υγροποιημένη μορφή (LNG)».

Στήριξη ΑΠΕ

Η χώρα μας, «σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα εκτιμήσεις από επίσημες διεθνείς και εγχώριες πηγές που βασίζονται σε γεωλογικά δεδομένα, θα μπορούσε να αποδώσει σε 20-30 χρόνια σημαντικά εκμεταλλεύσιμα αποθέματα υδρογονανθράκων κυρίως φυσικού αερίου, που θα μπορούσαν να στηρίξουν με καθαρότερο τρόπο την αντικατάσταση του εγχώριου λιγνίτη, την εσωτερική ενεργειακή αστάθεια των ΑΠΕ, καθώς και την οικονομική στήριξη των αναγκαίων επενδύσεων, για την τεχνολογική εξέλιξη των ΑΠΕ. Κύρια προϋπόθεση για όλα αυτά αποτελεί μία συνεπής εθνική στρατηγική ανάδειξης του ελληνικού ενεργειακού ορυκτού μας πλούτου σε φυσικό αέριο, η οποία δεν συμπεραίνεται στην πρόθεση της ισχύουσας πολιτικής (ΕΣΕΚ), η οποία δίνει προτεραιότητα σε εισαγωγές φυσικού αερίου από το εξωτερικό, γεγονός βέβαια που εξυπηρετεί τους αντίστοιχους εισαγωγείς».

Η ανάπτυξη των στόχων στη θαλάσσια περιοχή νότια και νοτιοδυτικά της Κρήτης «θα μπορούσε σε περίπτωση ανακάλυψης των αναμενομένων αποθεμάτων φυσικού αερίου να αποτελέσει μοχλό υλοποίησης κατασκευής του αγωγού East Med (σ.σ. προς το παρόν ένα πολιτικό σχέδιο και ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα στην υλοποίησή του από πολλές απόψεις – μακάρι να διαψευστούμε), με την Ελλάδα να παίζει σημαντικό ρόλο στη μεταφορά του φυσικού αερίου στη διψασμένη Ευρώπη και όχι απλά σε περίπτωση ανακάλυψης των απαιτούμενων αποθεμάτων στη νοτιοανατολική Μεσόγειο να παίξει διαμετακομιστικό ρόλο , όπως επιδιώκει ως συνήθως».

Χωρίς λογική οι θέσεις των οικολόγων

Ο ακραίος αυτός παραλογισμός αντιμετώπισης της τρέχουσας ενεργειακής κατάστασης πρακτικά δεν οδηγεί πουθενά, τονίζει η Τερέζα Φωκιανού: «Με βάσει τις ακραίες θέσεις των ελληνικών περιβαλλοντικών οργανώσεων, οι πολίτες της χώρας μας θα μπορούσαν να πιστέψουν ότι σήμερα θα είναι δυνατή μία μαζική ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ως μέσο απανθρακοποίησης. Με αυτόν τον τρόπο ισχυρίζονται ότι απαλλάσσεται όλο το ελληνικό ενεργειακό σύστημα από τα ορυκτά καύσιμα (λιγνίτη, πετρέλαιο, φυσικό αέριο και LNG). Αυτό συμβαίνει τη στιγμή που η Κίνα, η Γερμανία και η Ελλάδα εξακολουθούν να καίνε στερεό άνθρακα ή λιγνίτη για τις ενεργειακές τους ανάγκες. Σχετικά με την ανάδειξη του ορυκτού πλούτου κοιτασμάτων φυσικού αερίου της Κυπριακής Δημοκρατίας, όλες οι οικολογικές οργανώσεις εκεί έχουν τοποθετηθεί θετικά (με συγκεκριμένες περιβαλλοντικές προτάσεις ) υπέρ των εξορύξεων φυσικού αερίου στην κυπριακή ΑΟΖ. Στην Ελλάδα οι αντίστοιχες οργανώσεις, παρότι γνωρίζουν ότι τις επόμενες δεκαετίες το φυσικό αέριο θα αποτελέσει το κύριο στήριγμα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, εντούτοις απορρίπτουν συνολικά και συλλήβδην κάθε δυνατή εξόρυξη υδρογονανθράκων στη χώρα μας. Επί της ουσίας, αυτή η πολιτική θέση στηρίζει απολύτως τη διατήρηση της εξάρτησης της χώρας μας από εισαγωγείς».

του Φίλη Καϊτατζή

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ