Navigation
12
Δεκ
location
Αθήνα
18oC
Αραιή συννεφιά
30 Νοέ 2017

Ζήτημα ζωής ή… θανάτου για τις τράπεζες η διαχείριση των «κόκκινων δανείων»

γεωργικόπουλος Απόψεις

Άρθρο των Νικολάου Γεωργικόπουλου (επισκέπτης Καθηγητής Έρευνας) και Mike Pinedo (Julius Schlesinger Professor), Stern Business School – Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης (NYU)

Το 2017 σημειώθηκε βελτίωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών. Αυτό οφείλεται στην αναδιάρθρωση των δανειακών χαρτοφυλακίων, όπου ένα μέρος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων έχει μετατραπεί σε εξυπηρετούμενα. Αυτή η θετική εξέλιξη έχει μερικώς αντισταθμίσει τη δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Παράλληλα, βελτιώθηκε το ποσοστό ανάκτησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, δηλαδή οι τραπεζικές εισπράξεις τόσο από πληρωμές και εκκαθαρίσεις όσο και από μεταβιβάσεις δανείων. Από την άλλη, η επιτάχυνση των διαγραφών στα χαρτοφυλάκια καταναλωτικών δανείων τα οποία δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν, καθώς και σε παλαιά χαρτοφυλάκια επιχειρηματικών δανείων τα οποία, αν και δεν έχουν εξυπηρετηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, παραμένουν στους ισολογισμούς των τραπεζών. Με τη σειρά τους συνέβαλαν στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αλλά και στους αντίστοιχους δείκτες NPE. Από το δεύτερο τρίμηνο του 2017 τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα επισήμως ανήλθαν σε 102,9 δισ. Ευρώ έναντι 105 δισ. Ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2017 (δείκτης NPE α’ εξάμηνο 2017: 45%, α’ τρίμηνο 2017: 45,2%).

Ανά κατηγορία δανείων, ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων ήταν 42,7% για τα στεγαστικά δάνεια, (α’ τρίμηνο 2017: 42,2%) και 53,6% για τα καταναλωτικά δάνεια (α’ τρίμηνο 2017: 54,2%), ενώ διαμορφώθηκαν στο 44,4% για τα επιχειρηματικά δάνεια (α’ τρίμηνο 2017: 44,9%). Ειδικότερα για τα επιχειρηματικά δάνεια, όπου υπάρχουν περισσότερες υποκατηγορίες διαθέσιμες, η καλύτερη εικόνα παρουσιάζεται στο χαρτοφυλάκιο δανείων των μεγάλων επιχειρήσεων (α’ εξάμηνο 2017: 25%, α’ τρίμηνο 2017: 25,3%), ενώ η χειρότερη εικόνα παρουσιάζεται στο χαρτοφυλάκιο χορηγήσεων προς μικρές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες (α’ εξάμηνο 2017: 68,3%, α’ τρίμηνο 2017: 67,8%) και στο χαρτοφυλάκιο δανείων μικρομεσαίων επιχειρήσεων (α’ εξάμηνο 2017: 59,8%, α’ τρίμηνο 2017: 60,8%).

Πρέπει να σημειωθεί ότι το πρώτο και το δεύτερο τρίμηνο του 2017, η κάλυψη των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων από προβλέψεις άρχισε σταδιακά να μειώνεται (α’ εξάμηνο 2017: 48,3%, α’ τρίμηνο 2017: 49,1% και το 2016 49,7%). Το επίπεδο κάλυψης θεωρείται επαρκές δεδομένου ότι ο σχηματισμός προβλέψεων πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια περιόδου ύφεσης και ζημιογόνων αποτελεσμάτων των τραπεζών μέχρι το τέλος του 2015, ενώ η διατήρηση του επιπέδου της κάτω του 50% το 2016 δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι τράπεζες το συγκεκρμένο έτος είχαν δείξει κερδοφορία και θεωρούνται επαρκώς κεφαλαιοποιημένες. Το 2017, η σταδιακή μείωση του δείκτη κάλυψης λόγω της μείωσης των συσσωρευμένων προβλέψεων με ταχύτερο ρυθμό σε σύγκριση με τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων παρέχει σαφή ένδειξη ότι ο πιστωτικός κίνδυνος μειώνεται με θετικές προοπτικές για περαιτέρω αποκλιμάκωση, εφόσον διατηρούνται οι υποθέσεις σχετικά με τις κύριες μακροοικονομικές προοπτικές.

Οι επιχειρησιακοί στόχοι των τραπεζών για μείωση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων δεν έχουν εκπληρωθεί σε όλες τις περιπτώσεις. Παρά το γεγονός ότι το 2ο τρίμηνο του 2017 οι ελληνικές τράπεζες κατάφεραν να επιτύχουν τους στόχους για μείωση του αποθέματος μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε επίπεδο συστήματος, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να επιτύχουν το στόχο για το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο. Όπως και στο προηγούμενο τρίμηνο, σημαντική απόκλιση καταγράφεται στο χαρτοφυλάκιο στεγαστικών δανείων και σχετικά καλύτερη επίδοση στο χαρτοφυλάκιο επιχειρηματικών δανείων. Σε κάθε περίπτωση, οι επιχειρησιακοί στόχοι για τη μείωση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων κατά τα επόμενα τρία έτη θα πρέπει να αναθεωρούνται λαμβάνοντας υπόψη τυχόν μεταβολές στο μακροοικονομικό περιβάλλον, οι οποίες επίσης συνάδουν με εξωτερικούς παράγοντες και γεωπολιτικές στρατηγικές.

Παρά το γεγονός ότι όλες οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις έχουν πλέον νομοθετηθεί για να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά και ταχύτατα το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων δεν έχουν ακόμη διαφανεί. Υπενθυμίζεται ότι τα μέτρα που έχουν ήδη θεσπιστεί περιλαμβάνουν τους σχετικούς μηχανισμούς των δημοπρασιών εξωδικαστικών συμβιβασμών, τις δημοπρασίες μέσω ηλεκτρονικών μέσων και τη νομική κάλυψη των στελεχών των τραπεζών και των δημόσιων φορέων που θα λαμβάνουν αποφάσεις για τον διακανονισμό των οφειλών. Ειδικότερα, αναμένεται ότι οι νέες πλατφόρμες ηλεκτρονικής δημοπρασίας θα τεθούν πλήρως σε λειτουργία στις 29 Νοεμβρίου σύμφωνα με όσα έχει ανακοινώσει η ελληνική κυβέρνηση.

Οι τράπεζες έχουν πραγματοποιήσει μαζική πώληση μέρους των χαρτοφυλακίων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (δηλαδή στην περίπτωση της Τράπεζας Πειραιώς, της Eurobank και της Alpha Bank). Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, αυτή η απόφαση καθυστερεί λόγω του γεγονότος ότι τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα στο καταναλωτικό χαρτοφυλάκιο έχουν τιμολογηθεί από την αγορά σε μόλις 1-2% της ονομαστικής τους αξίας. Οι τράπεζες που εξετάζουν το ενδεχόμενο πώλησης μέρους των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο στεγαστικό χαρτοφυλάκιο μπορούν να μεταβιβάσουν αυτή την πρόταση πιο πειστικά στα διοικητικά τους συμβούλια τους λόγω του γεγονότος ότι η πώληση στα χαρτοφυλάκια ακινήτων εκτιμάται ότι θα αποφέρει περίπου το 20% της ονομαστικής τους αξίας. Ωστόσο, είναι πλέον ώριμες οι συνθήκες ώστε οι τράπεζες να πωλήσουν χαρτοφυλάκια μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων πιο επιθετικά και να αναγνωρίζουν τις απώλειες, επειδή η αδράνεια θα τους κοστίσει ακριβά σε σχέση με τη μελλοντική τους δυνητική κερδοφορία.

Εξάλλου, ανεξάρτητα από το ρυθμό επιτάχυνσης της πώλησης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι τράπεζες θα χρειαστούν νέες ανακεφαλαιοποιήσεις μετά την ολοκλήρωση των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων (stress tests). Οι πιθανές κεφαλαιακές ανάγκες αναμένονται μεταξύ 5 έως 6 δισεκατομμύρια ευρώ, ωστόσο οι τράπεζες θα πρέπει να δημιουργήσουν πρόσθετα κεφαλαιακά αποθέματα για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν συνολικά το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων. Τέτοια μέτρα περιλαμβάνουν την αύξηση των πωλήσεων υποκαταστημάτων και θυγατρικών στο εξωτερικό και την επιτάχυνση των μέτρων μείωσης του κόστους, όπως για παράδειγμα την περαιτέρω μείωση του προσωπικού τους.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

PolicePress
PolicePress