Navigation
24
Ιαν
location
Αθήνα
11oC
Βροχή
2 Μαΐ 2016

«Χάσαμε το τρένο» ακόμη και στο λάδι!

ελαιόλαδο Οικονομία

Το συγκριτικό πλεονέκτημα του ελληνικού ελαιολάδου χάνεται είτε στα βυτιοφόρα που το μεταφέρουν χύμα στην Ιταλία, είτε στους κλασικούς ντενεκέδες…

της Μαρίας Καμπουράκη

Πρόσθετα έσοδα από τις εξαγωγές ελαιολάδου 250 εκατ. ευρώ ετησίως μπορεί να έχει η ελληνική οικονομία, εάν ο εθνικός αυτός πλούτος αξιοποιηθεί κατάλληλα, δηλαδή σταματήσει να εξάγεται χύμα και ξεκινήσει να τυποποιείται στην Ελλάδα και να αποκτήσει τη δική του ξεχωριστή ταυτότητα.

Με άλλα λόγια, τα έσοδα από τις εξαγωγές ελληνικού ελαιολάδου μπορούν, σύμφωνα με κλαδική μελέτη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, να ξεπεράσουν συνολικά το μισό δισεκατομμύριο ευρώ ετησίως, μια και σήμερα υπολογίζεται ότι είναι στα επίπεδα των 310 εκατ. ευρώ.

Η αντικατάσταση του χύμα ελαιολάδου από το τυποποιημένο στην εγχώρια αγορά θα μπορούσε,επίσης, να αποφέρει στο ελληνικό Δημόσιο έσοδα 85 εκατ. ευρώ μόνο από τον ΦΠΑ.

Ωστόσο, και στην περίπτωση του ελαιολάδου, η Ελλάδα φαίνεται να «χάνει το τρένο», καθώς αν και η παγκόσμια ζήτηση για το προϊόν έχει υπερδιπλασιαστεί τα τελευταία 20 χρόνια, το μερίδιο του ελληνικού τυποποιημένου ελαιολάδου έχει μειωθεί, από 6% στη δεκαετία του ’90, σε 4% την τελευταία πενταετία.

Αν δεν αλλάξει κάτι…

Εάν, μάλιστα, δεν αλλάξει κάτι, η Ελλάδα σε λίγα χρόνια δεν θα έχει να ανταγωνιστεί μόνο την Ιταλία και την Ισπανία, αλλά και άλλες χώρες που εισέρχονται δυναμικά στις διεθνείς αγορές, όπως είναι η Τυνησία, η Πορτογαλία, το Μαρόκο και η Τουρκία.

Αν και οι αιτίες για αυτή την κατάσταση είναι γνωστές εδώ και χρόνια, θεραπεία μέχρι στιγμής δεν υπάρχει. Το συγκριτικό πλεονέκτημα της βέλτιστης ποιότητας του ελληνικού ελαιολάδου χάνεται είτε στα βυτιοφόρα που το μεταφέρουν χύμα στην Ιταλία, προκειμένου να τυποποιηθεί από εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη γείτονα και να επανεξαχθεί σε άλλες χώρες ως ιταλικό, είτε στους κλασικούς ντενεκέδες που κατακλύζουν τα ελληνικά νοικοκυριά.

Συγκεκριμένα, μόλις το 27% της συνολικής παραγωγής ελαιολάδου φτάνει στο στάδιο της τυποποίησης στην Ελλάδα (έναντι 50% στην Ισπανία και 80% στην Ιταλία). Από τους 115.000 τόνους (με βάση τον μέσο όρο της τριετίας 2010-2013) που εξάγει η Ελλάδα ετησίως, οι 80.000 τόνοι καταλήγουν στην Ιταλία σε χύμα μορφή. Αξίζει,επίσης, να σημειωθεί ότι το 80% του ελληνικού ελαιολάδου πρόκειται για έξτρα παρθένο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Ιταλία είναι 65% και μόλις 30% στην Ισπανία.

Η απώλεια για την ελληνική οικονομία είναι προφανής από τις τιμές του χύμα και του τυποποιημένου προϊόντος. Η τιμή με την οποία εξάγεται το χύμα ελληνικό ελαιόλαδο κυμαίνεται στα 2,4 ευρώ/κιλό, ενώ του τυποποιημένου στα 3,7 ευρώ/κιλό, τιμή υψηλότερη από την τιμή στην οποία εξάγεται τόσο το ιταλικό όσο και το ισπανικό τυποποιημένο ελαιόλαδο (3,5 και 2,6 ευρώ/κιλό αντιστοίχως).Βάσει, μάλιστα, της μελέτης της ΕΤΕ, το ελληνικό τυποποιημένο ελαιόλαδο θα μπορούσε να εξάγεται τα επόμενα χρόνια, δεδομένης της συνέχισης της αύξησης της παγκόσμιας ζήτησης, στην τιμή των 4,7 ευρώ/κιλό.

Κατακερματισμένη δομή

Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθούν δύο ακόμη αιτίες: Πρώτον, η κατακερματισμένη δομή του ελληνικού κλάδου ελαιοπαραγωγής και, δεύτερον, ο χαμηλός βαθμός τεχνολογικής εξέλιξης και, κυρίως, το υψηλό ποσοστό μικρών (και σε μεγάλο βαθμό συνεταιριστικών) ελαιοτριβείων.

Ας σημειωθεί εδώ ότι το 80% των ελαιοτριβείων στην Ισπανία είναι τελευταίας τεχνολογίας, καθώς στη χώρα μεγάλο μέρος των κοινοτικών επιδοτήσεων επενδύθηκε στον εκσυγχρονισμό των ελαιοτριβείων. Η απουσία των παραπάνω παραγόντων στην Ελλάδα έχει ως συνέπεια ακόμη και τα προϊόντα που κατάφεραν να βρουν μια θέση στα ράφια των καταστημάτων του εξωτερικού να τη διατηρούν μόλις για ένα-δύο χρόνια. Η Ελλάδα οφείλει να ακολουθήσει το ιταλικό μοντέλο ανάπτυξης του κλάδου, το οποίο στηρίζεται στην ύπαρξη καθετοποιημένων μονάδων που παράγουν διαφοροποιημένα και υψηλής ποιότητας τυποποιημένα προϊόντα.

Παράλληλα, συστήνει την «εκπαίδευση» των καταναλωτών εντός και εκτός συνόρων για τα πλεονεκτήματα του έξτρα παρθένου ελαιολάδου. Στην Ελλάδα, λόγω και της κρίσης, αλλά και της διάδοσης του λεγόμενου «πλαστικού» φαγητού, η κατανάλωση ελαιολάδου έχει υποχωρήσει στα 16 κιλά/κεφαλή ετησίως το 2014, από 20 κιλά/κεφαλή το 1990.

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο 29/04

 

 

 

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

kinima_ypervasi