Navigation
24
Σεπ
location
Αθήνα
1 Σεπ 2015

Στιγκλιτς: Η Γερμανία επέβαλλε την ευρωπαϊκή λιτότητα

Στιγκλιτζ Κόσμος

Η Γαλλία έπεσε θύμα τρομοκράτησης από τη Γερμανία, προκειμένου να υλοποιήσει μια οικονομική πολιτική που δεν λειτουργεί, σημείωσε ο Αμερικανός Νομπελίστας οικονομολόγος, Τζόζεφ Στίγκλιτς σε συνέντευξη που παραχώρησε χθες Δευτέρα στο Γαλλικό Πρακτορείο.

«Υπάρχει ένα είδος εκφοβισμού», ανέφερε ο διάσημος οικονομολόγος που είναι γνωστός για την αντίθεσή του στις πολιτικές λιτότητας, ενώ αναφέρθηκε και στην επιρροή της Γερμανίας στις πολιτικές που ακολούθησε ο Γάλλος πρόεδρος, Φρανσουά Ολάντ.

Παράλληλα κάλεσε την Αριστερά, στην Ευρώπη όπως και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, να αναλάβει δράση για να σταματήσει η αύξηση των ανισοτήτων.

Ερωτηθείς για τις δηλώσεις του πρώην υπουργού Οικονομικών της Ελλάδας Γιάνη Βαρουφάκη σύμφωνα με τον οποίο η γερμανική αδιαλλαξία έναντι της Ελλάδας είχε στόχο να εκφοβίσει τη Γαλλία και να την πείσει να ακολουθήσει την οδό των πολιτικών λιτότητας, ο πολύ προβεβλημένος στα μέσα ενημέρωσης Αμερικανός οικονομολόγος απάντησε ότι συμφωνεί απόλυτα μαζί του.

«Η κυβέρνηση της κεντροαριστεράς στη Γαλλία δεν μπόρεσε να ορθώσει το ανάστημά της έναντι της Γερμανίας», όσον αφορά την κατεύθυνση της δημοσιονομικής της πολιτικής, ή στην ελληνική κρίση, υποστήριξε ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας και σύμβουλος του άλλοτε προέδρου των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον.

Ο Στίγκλιτς, ο οποίος βρίσκεται στο Παρίσι για την προώθηση της γαλλικής έκδοσης του τελευταίου του βιβλίου για τις ανισότητες που τιτλοφορείται «Το μεγάλο χάσμα», θεωρεί ότι η Γαλλία «είναι από όλα τα έθνη του κόσμου εκείνη που αγκάλιασε περισσότερο την έννοια της ισότητας», αλλά διατρέχει πλέον «αληθινό κίνδυνο», όπως είπε, να δει την ψαλίδα των ανισοτήτων να ανοίγει, λόγω των δημοσιονομικών της επιλογών.

Ο Αμερικανός οικονομολόγος που τιμήθηκε με το Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών το 2001 μαζί με άλλους δύο ερευνητές για το έργο τους όσον αφορά τις ασυμμετρίες της πληροφόρησης στις αγορές, επέκρινε στη συνέντευξή του τόσο τις πολιτικές λιτότητας και περιστολής των δημοσίων δαπανών, όσο και την «αληθινά ηλίθια ιδέα πως η μείωση των φόρων για τις επιχειρήσεις τονώνει την οικονομία», εκτιμώντας ότι αυτή η «πολιτική της προσφοράς», που είχε εφαρμόσει ο Ρόναλντ Ρίγκαν στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1980 είναι πλέον σήμερα «εντελώς απαξιωμένη».

«Δεν αποτελεί πια καν θέμα συζήτησης για τους οικονομολόγους, παρά μόνο για τους Γερμανούς και ορισμένους στη Γαλλία», δήλωσε ο Στίγκλιτς.

Η μείωση των επιβαρύνσεων και των φόρων για τις επιχειρήσεις βρίσκεται στην καρδιά του Συμφώνου Ευθύνης και Αλληλεγγύης που προωθεί ο πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ.

«Δεν καταλαβαίνω γιατί η Ευρώπη επιλέγει αυτόν τον δρόμο σήμερα», σχολίασε ο Στίγκλιτς, για τον οποίο οι εκλογές στη Γαλλία και στη Γερμανία το 2017 δεν αναμένεται να μεταβάλουν ουσιαστικά τα δεδομένα.

Ο Τζόζεφ Στίγκλιτς πάντως είπε ότι ελπίζει σε μια αλλαγή στην Ισπανία, όπου διεξάγονται εκλογές πριν από το τέλος του έτους, εν μέσω μιας ανάκαμψης της οικονομίας που όμως, όπως υποστήριξε, αποτελεί αυταπάτη: η ανεργία στη χώρα αυτή παραμένει ιδιαίτερα υψηλή.

Ο Στίγκλιτς εξέφρασε πάντως απογοήτευσή του για τις πολιτικές που άσκησαν αριστερές και κεντροαριστερές κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ.

Τα τελευταία «20 χρόνια, οι σοσιαλδημοκράτες δεν πιστεύουν» στις προοδευτικές πολιτικές, είπε αναφερόμενος στον Βρετανό πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ, τον Γερμανό καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ, αλλά και τον πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα: «όλοι τους υποστήριξαν τις τράπεζες, την απορρύθμιση, τις συμφωνίες για το εμπόριο που έβλαψαν τους εργαζόμενους», υπογράμμισε.

Αν και ο Ομπάμα μετατράπηκε κατά τον Στίγκλιτς σε όμηρο των μεγάλων πολυεθνικών, θα ήθελε να πιστεύει ότι τα πράγματα θα αλλάξουν εάν κερδίσει τις προεδρικές εκλογές του 2016 ένας ή μία υποψήφια του Δημοκρατικού Κόμματος.
Ερωτηθείς για την κατάσταση στην Κίνα είπε ότι δεν πρέπει να «δραματοποιείται τόσο» η κατάσταση.

«Το καλό νέο είναι ότι πλέον συνειδητοποιήθηκε η ανάγκη να ρυθμιστούν οι κεφαλαιαγορές» στην Κίνα, επισήμανε και πρόσθεσε ότι, κατά τα άλλα, το Πεκίνο «έχει περίπου τέσσερα τρισεκατομμύρια δολάρια σε συναλλαγματικά αποθέματα. Αυτό του δίνει τα μέσα για να υποστηρίξει την ανάπτυξη».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

PolicePress
kinima_ypervasi