Navigation
25
Ιούλ
location
Αθήνα
36oC
Νεφοσκεπής
18 Απρ 2016

Οι Έλληνες «ξεδίνουν» στα καφέ και στα σουβλατζίδικα

φραπες Οικονομία

Η τραγική στροφή της ανάπτυξης στη χώρα είναι το άνοιγμα καφετέριας ή ενός μεζεδοπωλείου – Η κατάσταση χειροτερεύει ύστερα από έξι χρόνια μνημονίων

του Δημήτρη Σταυρόπουλου

Θλίψη, θυμός, απογοήτευση, κατάθλιψη, ανασφάλεια και φόβος είναι τα συναισθήματα που κυριαρχούν στις ψυχές των περισσότερων Ελλήνων, έπειτα από έξι χρόνια κρίσης, σκληρής λιτότητας και μνημονίου.

Η θετική ενέργεια στέρεψε, οι πόλεις σκοτεινιάζουν νωρίς, το ίδιο και οι καρδιές των ανθρώπων. Η συμπεριφορά ενός λαού που χαμογελούσε και πλημμύριζε από αισιοδοξία, κάτω από τον ήλιο της Μεσογείου, άλλαξε δραματικά.

Η ανεργία, το αβέβαιο μέλλον και τα αδιέξοδα της καθημερινότητας «γέρασαν» πρόωρα μια ολόκληρη χώρα, που σπαταλάει άσκοπα την ενέργειά της στις καφετέριες και στις πλατείες, προσπαθώντας να βρει διέξοδο, με φτηνές και ανούσιες συζητήσεις και συντροφιές.Κάθε έννοια δημιουργικής δράσης έχει περιοριστεί, οι πιο πολλοί έχουν «θάψει» τα όνειρά τους και προσπαθούν απλά να επιβιώσουν ζώντας μεγάλες ή μικρές τραγωδίες…

Άταφοι οι νεκροί!

Αρκετοί νεκροί παραμένουν άταφοι για μέρες, ενώ στο Γ΄ Νεκροταφείο δημιουργήθηκε ζώνη με φθηνούς τάφους προς 218 ευρώ την τριετία. Η οικονομική ύφεση, με λίγα λόγια, έχει χτυπήσει ακόμα και τα νεκροταφεία, καθώς οι συγγενείς των νεκρών δεν έχουν ούτε τα χρήματα για την τελετή της ταφής. Βάσει μαρτυριών, η σορός ενός ανθρώπου χρειάστηκε να μείνει εννιά μέρες άταφη, μέχρι να συγκεντρωθούν τα χρήματα για την κηδεία!

Τη σκληρή πραγματικότητα περιγράφουν ιδιοκτήτες γραφείων κηδειών, λέγοντας ότι πληρώνονται με δόσεις και υποσχέσεις, διότι ορισμένα ασφαλιστικά ταμεία καθυστερούν ακόμα και μήνες να δώσουν τα προβλεπόμενα.

Η οικονομική κατάσταση αρκετών δήμων –στους οποίους ανήκουν διοικητικά τα νεκροταφεία– δεν επιτρέπει την κάλυψη των εξόδων ταφής, με αποτέλεσμα πολλοί άποροι Έλληνες να καταλήγουν άταφοι…

Ιδιοκτήτης γραφείων τελετών αναφέρει: «Ο κόσμος δεν έχει χρήματα. Ζητούν την πιο απλή και φθηνή κηδεία, η οποία κυμαίνεται γύρω στα 800 ευρώ. Και πάλι δεν θέλουν να πληρώσουν. Όταν υπάρχουν συγγενείς, υπόσχονται ότι θα δώσουν τα χρήματα με δόσεις. Κάποιοι πληρώνουν με κάρτες, άλλοι πάλι μαζεύουν δανεικά. Μας δίνουν τον λόγο τους πως θα πληρώσουν ώστε να γίνει η τελετή της κηδείας. Ζητούν από τον δήμο να τους παραχωρήσει μια θέση δωρεάν στο κοιμητήριο. Αν ο δήμος το επιτρέψει, γλυτώνουν από 200 έως 1.500 ευρώ –τόσο κυμαίνεται η τιμή του χώρου για μία τριετία. Επειδή το γραφείο τελετών είναι συνοικιακό, δεν μπορούμε να αφήσουμε άταφους τους γείτονες».

Και δωρεάν κηδείες

Επιπροσθέτως, ο υπεύθυνος κοιμητηρίων του Δήμου Αθηναίων αναφέρει ότι στο Γ΄ Νεκροταφείο γίνονται δωρεάν περίπου τέσσερις κηδείες την εβδομάδα, αλλά αυτό αφορά μόνο όσους έχουν χαρτί απορίας. Υπάρχει μεγάλο πρόβλημα με νεκρούς που παραμένουν στα αζήτητα.

Οι στρατιές των ανέργων που μεγαλώνουν βιώνουν καθημερινά ένα δράμα. Από τη μία η οδυνηρή οικονομική κατάσταση, που έχει φέρει πολλούς στα όρια της εξαθλίωσης, και από την άλλη ο χρόνος που κυλάει χωρίς ουσία και νόημα.

Καφετέριες και σουβλατζίδικα

Όλοι σχεδόν αναρωτιούνται πώς ανοίγουν συνεχώς καφετέριες και είναι οι περισσότερες γεμάτες.Από το 2013 έως σήμερα, έχουν ανοίξει… 10.003 καφετέριες, μπαρ και σουβλατζίδικα.

Από το πρωί μέχρι το βράδυ, εκατοντάδες άνθρωποι πίνουν… «τον καφέ της οργής» με 2 η 2,5 ευρώ, σκοτώνοντας άσκοπα τον καιρό τους.

Όλες οι ηλικίες πιάνουν από μια πολυθρόνα, με μέσο όρο παραμονής τις τρεις ώρες. Ο καφές –σύμφωνα με σχετική επιστημονική έρευνα– τις περισσότερες φορές δεν είναι καλής ποιότητας, με αποτέλεσμα να είναι βλαβερός για την υγεία.

Για αρκετούς το καφενείο έχει γίνει «δεύτερο σπίτι» και αποτελεί μια ιδιαίτερα φθηνή διέξοδο καθημερινής και μοναδικής κοινωνικοποίησης.

Το έτοιμο φαγητό έχει αρχίσει να κυριαρχεί, πλέον, στο οικογενειακό τραπέζι.

Κοστίζει φτηνότερα από το παραδοσιακό μαγειρευτό, είναι πιο εύκολο,αλλά σίγουρα δεν είναι υγιεινό.

Στην Αθήνα μόνο έχουν ανοίξει τα τελευταία χρονια…6.400 μικρά ή μεγάλα εστιατόρια, στα οποία μπορεί κάποιος να βρει μουσακά η παστίτσιο με 4 ευρώ, λαδερά με 3,30 ευρώ και μοσχάρι ή χοιρινό στον φούρνο με 6,5 ευρώ.

Τα fastfood ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια, προσφέροντας προτηγανισμένες πατάτες και σόγια αντί για κρέας, όλα τηγανισμένα σε αγνώστου προέλευσης λάδι.

Η κακή διατροφή, το άγχος, η κακή διάθεση και η ακινησία έχουν δημιουργήσει ήδη δυσάρεστες καταστάσεις στην εθνική Υγεία.

 

Μόνο 4 στους 10 έχουν καλή υγεία

Μόνο το 41% του ενήλικου ελληνικού πληθυσμού δηλώνει ότι η υγεία του είναι «εξαιρετική» (12%) ή «πολύ καλή» (29%). «Κακή»  θεωρούν την κατάσταση της υγείας τους ως επί το πλείστον άτομα άνω των 65 ετών και άτομα που ανήκουν στο κατώτερο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, ενώ περισσότεροι από ένας στους πέντε συμπολίτες μας δηλώνουν ότι δεν έλαβαν τη θεραπεία ή τις εξετάσεις που ήθελαν.

Αυτά προκύπτουν από την έρευνα HellasHealth VΙ για την υγεία των Ελλήνων, σε δείγμα 1.001 ατόμων ηλικίας άνω των 18 ετών, τον Απρίλιο του 2015, που πραγματοποιήθηκε από το Ινστιτούτο Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής (ΙΚΠΙ), σε συνεργασία με το Κέντρο Μελετών Υπηρεσιών Υγείας της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Από την έρευνα προκύπτει ότι στις συνέπειες της κρίσης περιλαμβάνονται σημαντική επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης (80%), της διάθεσης, της ψυχικής κατάστασης (55%) και της οικονομικής επιβάρυνσης για υπηρεσίες Υγείας (52%) σε σύγκριση με το 2009.

 

Τα ευρήματα της έρευνας 

«Κακή υγεία» δηλώνουν σε υπερδιπλάσιο ποσοστό οι συνταξιούχοι (14%) και οι έχοντες βασική εκπαίδευση (17%).

Ο δείκτης ψυχικής υγείας είναι σημαντικά μειωμένος (45,8%) σε σύγκριση με το 2010 (49,5%).

Το 39% απέχει από οποιαδήποτε σωματική δραστηριότητα (μέτρια φυσική άσκηση), ενώ το ποσοστό αυτό στα χαμηλότερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα κυμαίνεται γύρω στο 50%.

Εξαιρετικά υψηλό, παρά τη μείωση των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να παραμένει το ποσοστό των καπνιστών στην Ελλάδα (37%), με 40% στους άνδρες και 34% στις γυναίκες, καθώς και το παθητικό κάπνισμα στους χώρους εργασίας (27%), στα εστιατόρια (78%) και στις καφετέριες – μπαρ (92%).

Το 9% δεν καταναλώνει καμία μερίδα λαχανικών την ημέρα και το 15% δεν καταναλώνει κανένα φρούτο.

Μόνο το 41% έχει κανονικό βάρος σώματος (17% παχύσαρκοι, 42% υπέρβαροι).

Χαμηλά ποσοστά καταγράφονται στη χρήση προληπτικών εξετάσεων, κυρίως μαστογραφίας (57%), μικροσκοπική κοπράνων (14%), ενώ δύο στους δέκα Έλληνες δεν έχουν μετρήσει την αρτηριακή τους πίεση, τη χοληστερόλη και το σάκχαρο αίματος.

Επίσης, καταγράφεται αυξημένη προσφυγή σε ιδιώτες γιατρούς (60%) και μειωμένη χρήση ιατρείων ασφαλιστικού ταμείου (8%).

Το 22% δεν έλαβε τη θεραπεία ή/και τις εξετάσεις που ήθελε. Μόνο ένας στους τρεις γνωρίζει καλά τι είναι τα γενόσημα φάρμακα και μόνο ένας στους πέντε τα εμπιστεύεται.

Το 83% δεν ζητά από τον ιατρό να προτείνει γενόσημο φάρμακο. Η εμπιστοσύνη στον φαρμακοποιό ότι θα δώσει το φθηνότερο γενόσημο είναι υψηλή (64%).

Το 61% δεν γνωρίζει εάν υπάρχουν φθηνότερα φάρμακα, σε σύγκριση με αυτό που προτείνει ο γιατρός.

Το 44% διαθέτει μηνιαίως για υπηρεσίες υγείας και φάρμακα πάνω από 5% του εισοδήματός του, ενώ περισσότεροι από το 15% διαθέτουν πάνω από το 10% του εισοδήματός τους.

Στη διασκέδαση –σήμα κατατεθέν των Ελλήνων–,αλλά και στο ντύσιμο, οι αλλαγές είναι εντυπωσιακές έως δραματικές.

 

«Πέθανε» η Παρασκευή

Η νύχτα της Παρασκευής έχει… «πεθάνει». Έμεινε μόνο το Σαββατόβραδο, όταν (σχεδόν) όλοι βγαίνουν να ξεσκάσουν. Η κατανάλωση έχει περιοριστεί σε ποσοστό έως 40%, το ουίσκι αντικαταστάθηκε από το… τσίπουρο και ο λουλουδοπόλεμος έληξε.

Μετρημένα, χωρίς ακρότητες, μετρώντας και το τελευταίο ευρώ, οι νέοι, κυρίως, στριμώχνονται στα κέντρα με μουσική κάθε είδους. Εκεί,όμως, συμβαίνουν πρωτόγνωρα πράγματα.

Το ποτό «μπόμπα» πάει σύννεφο, οι καλλιτέχνες πληρώνονται τα μισά μεροκάματα και άλλοι σε… είδος.

Δηλαδή, αντί να παίρνουν χρήματα οι ιδιοκτήτες των κέντρων, τους χαρίζουν κοστούμια, πουκάμισα ή φορέματα και τραγουδούν… δωρεάν.

Το πόσο έχει αλλάξει η ζωή μας φαίνεται ανάγλυφα από την έρευνα του Κέντρου Προστασίας Καταναλωτών, που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες μέρες.

Το 88,1% των καταναλωτών έχει μειώσει γενικά την κατανάλωση τον τελευταίο χρόνο.
Από αυτούς που δήλωσαν ότι έχουν μειώσει την κατανάλωση, το 82,1% μείωσε τις αγορές ένδυσης-υπόδησης, το 70,0% τη διασκέδαση, το 63,1% την αγορά τροφίμων, το 43,5% τις διακοπές, το 39,1% τη θέρμανση, το 36,5% τα καλλυντικά, το 35,8% το ηλεκτρικό ρεύμα, την ύδρευση, τις τηλεπικοινωνίες, το 35% τις μετακινήσεις, το 32,8% τον οικιακό εξοπλισμό, το 30,9% τα είδη προσωπικής υγιεινής το 30,7% τα είδη καθαριότητας σπιτιού, το 23,6% την υγεία, και το 20,3% την εκπαίδευση.

 

  • Το 2015, 85,1% των καταναλωτών δήλωναν ότι είχαν μειώσει γενικά την κατανάλωση. Το 2016 το ποσοστό αυξήθηκε, στο 88,1%.
  • Το 2015, 70,5% των καταναλωτών δήλωναν ότι είχαν περιορίσει τα έξοδα για ένδυση- υπόδηση. Το 2016 το ποσοστό αυξήθηκε, στο 82,1%.
  • Το 2015, 54,6% των καταναλωτών δήλωναν ότι είχαν περιορίσει τα έξοδα για διασκέδαση. Το 2016 το ποσοστό αυξήθηκε, στο 70,0%.
  • Το 2015, 43,1% των καταναλωτών δήλωναν ότι είχαν περιορίσει τα έξοδα για τρόφιμα. Το 2016 το ποσοστό αυξήθηκε, στο 63,1%.
  • Το 2015, 20,9% των καταναλωτών δήλωναν ότι είχαν περιορίσει τα έξοδα για μετακινήσεις. Το 2016 το ποσοστό αυξήθηκε, στο 35,0%.
  • Το 2015, 26,2% των καταναλωτών δήλωναν ότι είχαν περιορίσει τα έξοδα για θέρμανση. Το 2016 το ποσοστό αυξήθηκε, στο 39,1%.
  • Το 2015, 41,5% των καταναλωτών δήλωναν ότι είχαν περιορίσει τα έξοδα για διακοπές. Το 2016 το ποσοστό αυξήθηκε, στο 43,6%.
  • Το 2015, 22,6% των καταναλωτών δήλωναν ότι είχαν περιορίσει τα έξοδα για ηλεκτρικό ρεύμα, ύδρευση, τηλεπικοινωνίες. Το 2016 το ποσοστό αυξήθηκε, στο 35,8%.
  • Το 2015, 15,8% των καταναλωτών δήλωναν ότι είχαν περιορίσει τα έξοδα για είδη καθαριότητας σπιτιού. Το 2016 το ποσοστό αυξήθηκε, στο 30,7%.
  • Το 2015, 12,4% των καταναλωτών δήλωναν ότι είχαν περιορίσει τα έξοδα για είδη προσωπικής υγιεινής. Το 2016 το ποσοστό αυξήθηκε, στο 30,9%.
  • Το 2015, 20,6% των καταναλωτών δήλωναν ότι είχαν περιορίσει τα έξοδα για καλλυντικά. Το 2016 το ποσοστό αυξήθηκε, στο 36,5%.
  • Το 2015, 14,2% των καταναλωτών δήλωναν ότι είχαν περιορίσει τα έξοδα για οικιακό εξοπλισμό. Το 2016 το ποσοστό αυξήθηκε, στο 32,8%.
  • Το 2015, 12,8% των καταναλωτών δήλωναν ότι είχαν περιορίσει τα έξοδα για υγεία. Το 2016 το ποσοστό αυξήθηκε, στο 23,6%.
  • Το 2015, 10,1% των καταναλωτών δήλωναν ότι είχαν περιορίσει τα έξοδα για εκπαίδευση. Το 2016 το ποσοστό αυξήθηκε, στο 20,3%.
  • Οι καταναλωτές, σε ποσοστό 48,3%, χρησιμοποιούν την τιμή ως πρώτο κριτήριο για τις αγορές τροφίμων, ενώ το 2015 το ποσοστό ήταν 37,7%. Το κριτήριο της ποιότητας το 2016 μειώθηκε, από 32,6%, σε 16,4%.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

PolicePress
kinima_ypervasi