Navigation
23
Σεπ
location
Αθήνα
12 Οκτ 2015

Οι ενεργειακοί φόροι, βαρίδια στην ανάπτυξη

Ενέργεια Επιχειρήσεις

Από ένα μεγάλο βαρίδι θα απαλλαχτεί η ελληνική παραγωγική διαδικασία αν πραγματοποιηθεί η  αναθεώρηση της φορολόγησης της ενέργειας (που περιλαμβάνει τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης στο φυσικό αέριο) για την οποία   έχει δεσμευθεί η χώρα στο πλαίσιο του Μνημονίου. Το αυξημένο κόστος της ενέργειας στη χώρα γίνεται ακόμη υψηλότερο με τους φόρους που προστέθηκαν από το 2011 μπλοκάροντας κάθε προσπάθεια ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας.

Στο πλαίσιο αυτό μια μείωση του ΕΦΚ στο φυσικό αέριο θα μπορούσε από μόνη της να δώσει πνοή στο ΑΕΠ της χώρας , να αποτελέσει λόγο αύξησης της ανταγωνιστικότητας, μειώνοντας το κόστος παραγωγής και δημιουργώντας πολλαπλά οφέλη για την οικονομία.

Το μεγάλο στοίχημα για τη χώρα είναι η ανάπτυξη και αυτη μπορεί να επιτευχθεί μόνο με ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα και αύξηση της ανταγωνιστικότήτας  του για την  ενίσχυση του ΑΕΠ των εξαγωγών και την εξασφάλιση θέσεων εργασίας. Η ενέργεια αποτελώντας μεγάλο μέρος του παραγωγικού κόστους επηρεάζει σημαντικά όχι μόνο την ανταγωνιστικότητα αλλά και  τη βιωσιμότητα της παραγωγικής διαδικασίας, ειδικά σε ένα πιεστικό οικονομικό περιβάλλον όπως το σημερινό.

Όπως αναφέρει σχετική έκθεση του ΙΟΒΕ   μια πιθανή μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης του φυσικού αερίου θα μπορούσε να αυξήσει το ΑΕΠ της χώρας, και να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας μακροπρόθεσμα.  Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, η μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα ελάχιστα επίπεδα της Επιτροπής θα μπορούσε να αυξήσει το ελληνικό ΑΕΠ κατά € 754 εκατομμύρια, και να δημιουργήσει € 623.000.000 προστιθέμενης αξίας στην ελληνική οικονομία

Κι αυτό γιατί η πτώση τιμών ενέργειας κατά 1,9% θα έφερνε  πτώση τιμών βιομηχανικών προϊόντων συνολικά κατά 2,2%, ενίσχυση ανταγωνιστικότητας κλάδων και επιχειρήσεων, ιδιαίτερα εκείνων για τους οποίους η ενέργεια συνιστά σημαντικό στοιχείο του κόστους παραγωγής, αλλά και ζήτησης και τελικά αύξηση Ακαθάριστης Αξίας Παραγωγής κατά €1,5 δισ. και αύξηση του ΑΕΠ κατά €754 εκατ.Αυτό θα σήμαινε αύξηση στην απασχόληση κατά 12.500 θέσεις εργασίας, αυξημένο εισόδημα από εργασία, φόρους και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης (λόγω ανόδου οικονομικής δραστηριότητας γενικά) κατά €57 εκατ.. Τα πρόσθετα αυτά έσοδα αντισταθμίζουν πλήρως τις απώλειες εσόδων €143 εκατ. που προκαλεί η μείωση/ απαλλαγή του ΕΦΚ στο φυσικό αέριο.

Η Οδηγία 2003/96/ΕΚ και η περίπτωση της Ελλάδας

Η οδηγία της ΕΕ του 2003, ορίζει τα φορολογητέα ενεργειακά προϊόντα και τις χρήσεις για τις οποίες έχουν φορολογηθεί προσδιορίζοντας  τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας που εφαρμόζονται σε κάθε ενεργειακό προϊόν, ανάλογα με το αν χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων ή θέρμανσης, καθώς και τις απαλλαγές ή μειώσεις των ελάχιστων επιπέδων φορολογίας.

Όμως στην Ελλάδα, ο φόρος κατανάλωσης επεβλήθη στο φυσικό αέριο το 2011, χωρίς να προβλέπει καμία εξαίρεση ή εκπτώσεις, με βάση τους όγκους χρήσης ή κατανάλωση. Στα 5,4 € / MWh, αυτός ο φόρος κατανάλωσης είναι δεκαπλάσιος από το ελάχιστο επίπεδο που έχει οριστεί από την Επιτροπή για επαγγελματική χρήση, και πενταπλάσιος  από ό, τι ο ελάχιστος συντελεστής που ορίστηκε για τη μη επιχειρηματική χρήση.

Η Ελλάδα εφαρμόζει τον ΕΦΚ σε όλες τις χρήσεις, και σε αυτές που το φ/α χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη στη βιομηχανία, κάτι που δεν προβλέπεται στη σχετική Οδηγία της ΕΕ, η πολιτική της οποίας προβλέπει μέτρα περιορισμού της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων εντάσεως ενέργειας, ώστε να μετριάζονται οι επιπτώσεις της φορολογίας στην ανταγωνιστικότητά τους. Επιπλέον, η χώρα είναι από τις ελάχιστες χώρες που δεν εφαρμόζουν την προβλεπόμενη απαλλαγή στις περιπτώσεις ενεργειακών προϊόντων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Ο  ειδικός φόρος κατανάλωσης  σε αυτό το υψηλό επίπεδο το 2011 αντιπροσώπευε το 12% της προσαύξησης των τιμών για την εισαγωγή του φυσικού αερίου. Σήμερα, όμως που οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν μειωθεί δραματικά,   ο παραπάνω κατ ‘αποκοπή φόρος κατανάλωσης να αυξάνει τις τιμές των εισαγωγών κατά σχεδόν 27%.

Η  φορολόγηση του φυσικού αερίου σε αυτά τα επίπεδα   ασκεί μεγάλη πίεση στη βιωσιμότητα της ελληνικής βιομηχανίας, επιδεινώνοντας περαιτέρω τη διεθνή ανταγωνιστικότητάς της και αυξάνοντας το κόστος παραγωγής.

Οι τιμές φυσικού αερίου στην Ελλάδα είναι 33% υψηλότερες από το μέσο όρο της ΕΕ. Σε σύγκριση με την γειτονική Βουλγαρία και την Τουρκία, η τιμή του φυσικού αερίου είναι 42% και 72% υψηλότερη αντίστοιχα. Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι και οι τρεις χώρες εισάγουν φυσικό αέριο σχεδόν στην ίδια τιμή.

Μια αλλαγή στη φορολόγησης του φυσικού αερίου στην Ελλάδα που αποτελεί τροχοπέδη για τη διεθνή ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα της Ελληνικής Βιομηχανίας θα μπορούσε να δώσει μαι σημαντική ώθηση στη θέση των ελληνικών επιχειρήσεων στη διεθνή αγορά και κατά συνέπεια την επενδυτική τους δραστηριότητα και την ανάπτυξή τους.

Μαρίνα Πρωτονοταρίου

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

PolicePress
kinima_ypervasi